Οι άνθρωποι
Γεννήθηκε στο Καπέσοβο Ζαγορίου. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων πραγματοποίησε και τη διδακτορική του διατριβή με θέμα ‘’Οι συντεχνίες στα Γιάννενα κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα’’.
Σήμερα κατέχει τη βαθμίδα του Καθηγητή στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στο γνωστικό αντικείμενο ‘’Οικονομική και Κοινωνική Ιστορία του Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας’’.
Η πλούσια επιστημονική του δραστηριότητα περιλαμβάνει τη διοργάνωση πολλών συνεδρίων ή τη συμμετοχή του σε άλλα με τις ιδιότητες του εισηγητή ή κριτή. Επιπλέον, αριθμεί πλήθος δημοσιεύσεων σε έγκριτα ελληνικά περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων, καθώς και την εποπτεία μεταπτυχιακών και διδακτορικών διατριβών. Παράλληλα έχει συμμετάσχει σε πολλά εθνικά και ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα ενώ είναι διδάσκων (Μέλος ΣΕΠ) στο Ελεύθερο Ανοικτό Πανεπιστήμιο στην Ενότητα Ελληνική Ιστορία [ΕΛΠ 11].
Έχει διατελέσει Διευθυντής του Τομέα Ιστορίας Νεωτέρων Χρόνων, Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Αντιπρόεδρος στην Επιτροπή Ερευνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Μέλος της Επιτροπής Ερευνών ως εκπρόσωπος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πρόεδρος του Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών, Αντιπρύτανης Οικονομικού Προγραμματισμού και Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Πρόεδρος της Επιτροπής Ερευνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διευθυντής του Διατομεακού Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας Νεώτερη και σύγχρονη ελληνική κοινωνία Ιστορία-Λαϊκός Πολιτισμός.
Γνωρίζει γαλλικά και ιταλικά. Είναι μέλος του επιστημονικού φορέα «Ίδρυμα Ιωσήφ και Εσθήρ Γκανή».
Ανάμεσα στην πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα συγκαταλέγονται οι ακόλουθοι τίτλοι:
- Οικονομικές και κοινωνικές πραγματικότητες στο βιλαέτι των Ιωαννίνων (τέλη 19ου – αρχές 20ου αι.), Ιωάννινα 1984
- Η Μαθητεία στα Επαγγέλματα, εκδ. Γεν. Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1986
- Οι συντεχνίες στα Γιάννενα κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αι., εκδ. Ε.Η.Μ., Ιωάννινα 1988
- Ο εκσυγχρονισμός του έλληνα πραγματευτή σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.). Ένα μαθηματάριο εμπορίου του Αθανασίου Ψαλίδα, εκδ. Τολίδη, Αθήνα 1990
- Ένα αγνοημένο χειρόγραφο χριστιανικής αστρονομίας, Παράρτημα Δωδώνης, Ιωάννινα 1994
- Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Ζαγόρι (μέσα 18ου – αρχές 20ού), εκδ. Ριζαρείου Ιδρύματος, Ιωάννινα 1995
- Το Πρωτόλειο του Αθανασίου Ψαλίδα: Νηφάλιος και Φιλόϋπνος, εκδ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1995
- Αρχείο του Ποντιακού και Μικρασιατικού Πολιτισμού, Ανατολή Ιωαννίνων 2001
Ο Αθανάσιος Ψαλίδας ήταν γιος του Πέτρου, εμπόρου στα Ιωάννινα, και της Ελισάβετ από το Μονοδέντρι του Ζαγορίου. Γεννήθηκε το 1767 στα Ιωάννινα και τελείωσε τη Μπαλάνιο Σχολή. Το 1785 μετέβη στη Νίσνα της Ρωσίας στον αδερφό του Μιχαήλ για να ακολουθήσει το επάγγελμα του εμπόρου. Ο αδελφός του τον έστειλε στη Ρωσική Σχολή της Πολτάβας της Ουκρανίας, αναλαμβάνοντας όλα τα έξοδα των σπουδών του. Μετά από σύσταση ενός Καθηγητή του, εργάστηκε σαν ιδιωτικός δάσκαλος του γιου του πολιτικού Ολύμπιου Κεφάλα. Μάλιστα, τον συνόδευσε στις ανώτερες σπουδές του στη Βιέννη, όπου παρακολούθησε μαθήματα ιατρικής, φιλοσοφίας, ελληνικής και λατινικής Φιλολογίας, φυσικομαθηματικής και φυσικής πειραματικής και ξένων γλωσσών: γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά.
Αν και ξεκίνησε από φιλομοναρχικές θέσεις, επηρεάστηκε από τις δημοκρατικές ιδέες που μετέδωσε η προέλαση των Γαλλικών στρατευμάτων και κορυφώθηκε μέσα του η εστίαση στην ελευθερία του ελληνικού έθνους.
Το 1793 παντρεύτηκε για πρώτη φορά, μόλις 26 ετών, με την Josepha, την κόρη του καλτσοποιού Joseph Schicktanz, που, όμως, πέθανε από πυώδες οίδημα των πνευμόνων σε ηλικία 22 χρόνων. Το 1795 επέστρεψε στα Ιωάννινα κι ανέλαβε τη διεύθυνση της Μαρούτσειας Σχολής, έχοντας απορρίψει την τιμητική πρόταση της Ακαδημίας της Πέστης για την έδρα της Φιλοσοφίας. Ωστόσο, η σχολή έκλεισε μετά από ένα χρόνο λόγω οικονομικής ένδειας. Το 1800 παντρεύτηκε τη Ζαχαροπούλα, κόρη του Αναστασίου Κουτοβασίλη με την οποία απέκτησε δύο κόρες, την Ελισάβετ και την Ελένη, και τα δίδυμα Πέτρο και Αναστάσιο, από τα οποία όμως το δεύτερο πέθανε την ίδια μέρα. Μετά από ένα χρόνο πέθανε και η δεύτερη σύζυγός του, όπως ο ίδιος γράφει χαρακτηριστικά «νοσήσασα μήνας πέντε πυρετόν ρευματικόν και γαστρικόν με αιμορραγίαν από τους ρώθωνας κατ' αρχάς και από απειρίαν και ισχυρογνωμίαν του ιατρού εξαδέλφου της κατήντησε εις φθίσιν πνεύμονας και μου επροξένησε την μεγαλυτέραν λύπην». Το 1806 παντρεύτηκε την τρίτη σύζυγό του, Βασιλική Σπάχου, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, την Ελισάβετ και τον Πέτρο.
Μετά το κλείσιμο της Μαρούτσειας Σχολής ο Ψαλίδας ίδρυσε το 1797 την Καπλάνειο Σχολή χάρη στην πλούσια χορηγία του ομογενή στη Ρωσία Ζώη ή Πικροζώη Καπλάνη. Η σχολή ήταν εφοδιασμένη με επιστημονικά όργανα και άρτια βιβλιοθήκη. Ο Ψαλίδας ως Διευθυντής εφάρμοσε νέους τρόπους διδασκαλίας, ιδιαίτερα στα γλωσσικά μαθήματα και τη φυσική πειραματική. Ξεχώριζε τους άριστους μαθητές και τους έκανε υποδιδασκάλου Παράλληλα, εξασφάλισε το μισό του Ζωσιμαίου κληροδοτήματος με τη συνδρομή του Αλή πασά. Έτσι, η Καπλάνειος Σχολή μετατράπηκε σταδιακά σε ανώτατη σχολή και πνευματικό κέντρο του ελληνισμού κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατία Από εδώ αποφοίτησαν Ιεροφάντες και δάσκαλοι του Γένου Ο Ψαλίδας σε γράμμα του εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στον ιδρυτή της Ζώη Καπλάνη, σημειώνοντας τη συμβολή της στην πνευματική αναγέννηση:
«…η πανοσιολογιότης σου, ως φαίνεται, ή αλησμόνησες το γένος μας όντας στην ξενιτιά πολύν καιρό ή δεν το σπούδασες…σου λέγω ότι το ελάττωμα, οπού είχε παλιούθε, το έχει και τώρα· ήγουν καθώς στον καιρό της αυτονόμησής του και δόξας του ποτέ δεν εφρόντιζε δια κοινά σχολεία· έτσι και τώρα. Ενθυμήσου τους Αθηναίους, αν είχαν κοινό χτήριο διά σχολείο, ή οι Σπαρτιάτες, ή οι Θηβαίοι. Ο Ακάδημος εχάρισε έναν κήπο του Πλάτωνα όξω από την πόλη σ' ένα προάστειο να παραδίνη τα φιλοσοφικά
του μαθήματα. Οι Στωικοί παράδιναν άποκάτω σε μια καμάρα, όπου ήταν χτισμένη από το κοινό δια να ζωγραφίζουν τις νίκε Μισθό από το κοινό κανένας φιλόσοφος δεν είχε, αλλ' επληρώνονταν από τους πλουσίους μαθητάδες του Πόσα γύρεψε ο Ισοκράτης του Δημοσθένη, το ξέρεις καλά. Πόσα όμως εξόδιαζαν οι Έλληνες στους ναούς, και ξεχωριστά, αντάχτισαν τό ναό τής Άρτεμης στην Έφεσο, και τούτο το ξέρεις παρακαλά. Το
ίδιο, φίλε μου! ακολουθάει και τώρα. Πόσα ξόδιασαν οι Γιαννιώτες στο χτήριο της Αγίας Μαρίνας, δεν το πιστεύει Εις το σχολείο όμως ούδ' ένα κεραμίδι. Και αν δε βρίσκονταν ένας νέος Ακάδημος ο μακαρίτης Πικροζώης Καπλάνης να βάλει στη Ρουσία τους ιδρώτες του για μισθό των δασκάλων, δεν θα ήταν και αυτό το μικρό σχολείο, όπου είναι τώρα στην πατρίδα μας, καθώς το ίδιο έκαμαν και οι καλοί Ζωσιμάδε..
Φίλος αγνός Α(θανάσιος) Ψ(αλίδας)
1815 τες 30 του Μαρτίου, από τα Γιάννινα».
Δάσκαλοι όπως οι Ασώπιος, Κρανάς, Σακελλάριος και πολλοί άλλοι υπήρξαν μαθητές του. Η Καπλάνειος Σχολής λειτούργησε με επιτυχία από το 1797 ως το 1820, όταν και έκλεισε λόγω της πολιορκίας των Ιωαννίνων από τα Σουλτανικά στρατεύματα. Ο Ψαλίδας κατέφυγε στο Τσεπέλοβο του Ζαγορίου. Παρέμεινε εδώ μέχρι τον Ιούλιο του 1822, όταν κι εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Αναγορεύτηκε διδάκτορας Φιλοσοφίας από την Ιόνιο Ακαδημία. Ωστόσο, με παρέμβαση των Άγγλων δεν έλαβε καθηγητική έδρα, διότι θεωρούνταν Ρωσόφιλο Έτσι, αντιμετώπισε μεγάλες οικονομικές δυσκολίες απασχολούμενος ως ιδιωτικός δάσκαλο
Κατά την παραμονή του στην Κέρκυρα κυριαρχούσε μέσα του η επιθυμία να υπηρετήσει το ελληνικό έθνο Αυτό αποδεικνύεται τόσο από την αλληλογραφία του με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και με τα φιλελληνικά κομιτάτα της Ευρώπης και ιδιαίτερα του Λονδίνου, όσο και από τις διπλωματικές ενέργειές του για την προετοιμασία διάσκεψης των Πρεσβευτών της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας για τη λύση των Ελληνικών ζητημάτων μετά την υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου (1827). Ακολούθως, έλαβε πρωτοβουλίες και στην προδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στην Κέρκυρα (Αύγουστος 1828) και στη διάσκεψη των Πρεσβευτών στον Πόρο (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 1828). Παράλληλα, υπέβαλε υπομνήματα στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, όπου παρείχε πολύτιμα στοιχεία για τη Βορειοδυτική αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα. Τα στοιχεία αυτά θα διευκόλυναν τον στην απάντησή του στα 28 ερωτήματα που του είχαν θέσει οι μεγάλες δυνάμει
Το Φθινόπωρο του 1828 μετακόμισε στη Λευκάδα, όπου ανέλαβε τη διεύθυνση του Λυκείου. Εδώ πέθανε λίγους μήνες αργότερα σε ηλικία 62 ετών.
Το έργο του είναι εκτενέστατο. Ξεχωριστή θέση κατέχει η διατριβή του με τίτλο «Αληθής ευδαιμονία, ήτοι βάσις πάσης θρησκείας· συντεθείσα υπό Αθανασίου Πέτρου Ψαλίδα του εξ' Ιωαννίνων εις την απλήν διάλεκτον και υπό του αυτού εις την λατινικήν μεταφρασθείσα, τόμ. Α' εν Βιέννη της Αουστρίας 1791 εν τη τυπογραφία Ιωσήφ του Βαουμαϋστέρου», σχ, 8ον, 1-4 α.α +1-408 (οι: Β' και Γ' τόμος παρόλο που αναγγέλθηκαν δεν εκδόθησαν). Το πόνημα είναι αφιερωμένο στη Μεγάλη Αικατερίνη, Αυτοκράτειρα της Ρωσίας, στην απευθυνόμενος εκφράζει την ελπίδα της λύτρωσης του ελληνικού έθνου Παράλληλα, μεταφράζει από τα ρωσικά το «Περιγραφή του Μοναστηρίου του Αγίου Νικολάου του έπωνομαζομένου του Γρηγορίου του εν τω Άθωνι· μεταφρασθείσα μεν εκ της ρωσικής διαλέκτου εις το απλόν ημών ιδίωμα, εκδοθείσα δε συνδρομή του οσιωτάτου εν Μοναχοίς Ιακώβου του Πελοποννησίου και γέροντος της μονής ταύτης, επιμελεία δε και διορθώσει Αθανασίου Πέτρου Ψαλίδα, του εξ Ιωαννίνων. Έν Βιέννη της Αουστρίας 1791 έτει, παρά Ιωσήφ τω Βαουμαϋστέρω».
Ταυτόχρονα, ανέλαβε την επιμέλεια και έγραψε τον πρόλογο της έκδοσης του φυλλαδίου «Επιστολή του σοφωτάτου κυρίου Ευγενίου αρχιεπισκόπου πρώην Σλαβωνίου και Χερσώνος». Το 1792 τύπωσε το φυλλάδιο μέ τίτλο: «ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑ η Β', ήτοι Ιστορία σύντομος της εν τη οδοιπορία Αυτής προς τους εν Νίζνη και Ταυρία Γραικούς υπ' Αυτής δειχθείσης ευνοία Συντεθείσα μεν υπό Αθανασίου Πέτρου Ψαλίδα του εξ' Ιωαννίνων και τύποις εκδοθείσα εν Βιέννη της Αουστρίας, 1792 έτει, παρά Ιωσήφ τω Βαουμαϋστέρω» και το «Έρωτος αποτελέσματα, ήτοι ιστορία ηθικοερωτική με πολιτικά τραγούδια, συντεθείσα μεν εις την απλήν ημών διάλεκτον προς ευθυμίαν και εγλωτζέν των ευγενών νέων, αφιερωθείσα δε τω ευγενεστάτω άρχοντι Μαγιόρω Κυρίω Στεφάνω Ιωαννοβίκη, εν Βιέννη 1792, εκ της τυπογραφίας Βεντόττη», στο οποίο τα ποιητικά κείμενα έχουν συνθέσει οι Ρήγας Φεραίος, Κάλφογλου και άλλοι Φαναριώτες ποιητές, και τα πεζά ο ίδιο Δύο χρόνια αργότερα εξέδωσε μετάφραση της «Αριθμητικής» του Metzburg με τίτλο: «Εισαγωγή μαθηματική, ήτοι αριθμητική εις χρήσιν των πρωτόπειρων, συγγραφείσα υπό του Α. Β. του Μέτζβουργ, δάσκαλου της μαθηματικής εν τη της Βιένν. Ακαδημίας, μετεφράσθη δε υπό Αθ. Πέτρ. Ψαλίδα του εξ Ιωαννίνων, αυξηνθείσα δε παρ' αυτού και κατακοσμηθείσα πολλοίς σημειώμασι και σχολίοις προς κοινήν χρήσιν των της Ελλάδος σχολείων. Τόμ. Α' 1791 Βιέννη».
Ακολούθησαν τα «Πραγματεία περί των Ελλήνων συγγραφέων» και το 1795 το «Καλοκινήματα», ήτοι εγχειρίδιον κατά φθόνου και κατά Λογικής του Ευγενίου», που αποτελεί κριτική στη «Λογική» του Ευγένιου Βούλγαρη, του δασκάλου του, κατηγορώντας τον ότι κατέφυγε σε ξένους τόπους, ενώ θα έπρεπε να επιστρέψει στην πατρίδα και να τη βοηθήσει πνευματικά. Στα 1795 προανήγγειλε την έκδοση των βιβλίων : Γραμματική, Ρητορική, Λογική, Μεταφυσική, Πειραματική Φυσική, Ηθική, το Δίκαιο της Φύσεως, Παγκόσμια Ιστορία και Παγκόσμια Γεωγραφία, τα όποια, όμως, για οικονομικούς λόγους δεν εκδόθηκαν. Ταυτόχρονα επιμελήθηκε τη «Λογική του Σουγδουρή και τη «Λογική» του Βαϋμάστερου.
Το 1799 προανήγγειλε την έκδοση ενός πεντάτομου έργου του με το σύστημα των προεγγραφών, η οποία, ωστόσο, δεν ευωδόθηκε. Το έργο θα περιλάμβανε τα ακόλουθα μέρη: «Λογική, Μεταφυσική, πρακτική Φιλοσοφία, Μαθηματική, Πειραματική Φυσική».
Έθεσε ως πρωταρχικό του στόχο το φωτισμό του γένους, γι’ αυτό θέλησε να ανατρέψει το οπισθοδρομικό εκπαιδευτικό σύστημα της σκλαβωμένης Ελλάδας και τη χρήση της αρχαίζουσας γλώσσα Υπερασπίστηκε τη χρησιμοποίηση της λαϊκής γλώσσας και την καθιέρωση της δημοτικής σε όλους τους κλάδους της επιστήμης, της Κυβερνητικής πολιτικής και διοικητικής εξουσίας και των γραμμάτων και στράφηκε ενάντια στους οπαδούς του Κοραή πρωτοστατώντας του άκρου δημοτικισμού στην Ελλάδα. Πρωτοστάτησε στον εκπαιδευτικό τομέα ως εισηγητής της νέας φιλολογικής μεθόδου στην ερμηνεία των αρχαίων κειμένων και της διδασκαλίας τής Λατινικής γλώσσας, των φυσικών επιστημών και της νέας μεθόδου διδασκαλία Δε δίστασε να ασκήσει δριμεία κριτική στον κλήρο, γεγονός που σε συνδυασμό με τον συχνά σκληρό λόγο του και το φιλελεύθερο πνεύμα του προκάλεσαν αντιδράσει Κατηγορήθηκε για αθεϊσμό και βολταιρισμό από τον Κοσμά Μπαλάνο, τον αρχηγό της άλλης σχολής της πόλης των Ιωαννίνων. Ονομάζει «ανδράποδα» τους δουλοπρεπείς στον Τούρκο κατακτητή συμπατριώτες του και δε διστάζει να κατακρίνει και τον Αλή Πασά με κίνδυνο της ζωής του. Η έντονη προσωπικότητά του σκιαγραφείται από τον Holland :
«Ο Ψαλίδας δεν είναι μόνον πολυμαθής, αλλά και δεινός και γλαφυρός του λόγου χειριστή Μετ' αφαντάστου ευκολίας λαλεί απταίστως την αρχαίαν και την νεωτέραν ελληνικήν γλώσσαν, την Ιταλικήν, Γαλλικήν, Γερμανικήν και Ρωσικήν. Αγορεύει με ζωηρότητα και δύναμιν μεγάλην επί παντός θέματος τέχνης, επιστήμης, Φιλολογίας, και ιδία περί της ευκλεούς πατρίδος του Ελλάδο Είναι κάτοχος των θετικών επιστημών, σπουδάσας αυτάς εν Γερμανία και αλλαχού, εκ φύσεως όμως αποκλίνει προς τας φιλοσοφικός μελέτα Ο ζήλος του υπέρ της νεωτέρας Ελληνικής γραμματολογίας και ποιήσεως είναι μέγας…»
Μέσα του, όπως, περισσότερο από κάθε τι άλλο κυριαρχεί το εθνικό του κήρυγμα :
«…Αδελφοί μου ομογενείς! εξυπνήσατε μιαν φοράν από τον βαθύν αυτόν ύπνον και πολυχρόνιον· ανοίξατε τους οφθαλμούς σας και ίδετε το λαμπρόν φως του Ηλίου· στοχασθήτε τίνων απόγονοι είσθε και πώς κατεστάθητε, εις τι αθλίαν κατάστασιν αμαθείας και βαρβαρότητος ήλθετε…μιμηθήτε τους Ευρωπαίους, τα πεπολιτισμένα και λελαμπρυσμένα γένη…Αχ! τεταλαιπωρημένον και διεσπαρμένον μου τήδε κακείσε Γένος πόσην λύπην αισθάνεται η ψυχή μου! Ντροπή για την κατάντια σας».
Ο Ψαλίδας υπήρξε μια πνευματική μορφή η οποία δεν περιορίστηκε στο παιδευτικό του έργο, αλλά ενέταξε την παρουσία του στις ανάγκες του έθνους και της εποχής του.
Βιβλιογραφία
Αραβαντινός Παναγιώτης, Βιογραφική Συλλογή Λογίων της Τουρκοκρατίας, εισαγωγή - επιμέλεια Κ. Θ. Δημαράς, Ιωάννινα, Εκδ. Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, 1960, 219 - 220
Βακαλόπουλος Αποστ. Ε., «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», Τόμος Δ' (1973), 632-635
Βρανούσης Λέανδρος Ι., Αθανάσιος Ψαλίδας, ο διδάσκαλος του Γένους, Ηπειρωτική Εστία (1952)
Γούδας Αναστάσιος Ν., Α., Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Τόμος Β': Παιδεία, Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870, 285-308
Διαμαντής Κωνστ. Αθ., Ο Αθανάσιος Ψαλίδας και το αρχείον του», «Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος», Τόμος ΙΣΤ (1962) 273-369
Κραψίτης Βασίλης, Λόγιοι της Ηπείρου (1430-1912), Τόμος Α’, Αθήνα, 1979, 184-197
Κραψίτης Βασίλης, «Χριστόφορος Περραιβός, η ζωή, το έργο και μια ανέκδοτη αλληλογραφία», Αθήνα 1976, 1-88
Παπαδόπουλος Βρετός Ανδρέας, Νεοελληνική Φιλολογία : ήτοι κατάλογος των από πτώσεως της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μέχρι εγκαθιδρύσεως της εν Ελλάδι βασιλείας τυπωθέντων βιβλίων παρ' Ελλήνων εις την ομιλουμένην, ή εις την αρχαίαν ελληνικήν γλώσσαν / συντεθείς υπό Ανδρέου Παπαδοπούλου Βρετού, T. B'. Εν Αθήναις: Τύποις και αναλώμασι Λ. Δ. Βιλαρά και Β. Π. Λιούμη, 1857, 350 – 351
Γεννήθηκε στον Ελαφότοπο Ζαγορίου. Τελείωσε το Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διορίστηκε στη δημόσια εκπαίδευση. Έχει δημοσιεύσει άρθρα για θέματα γλωσσολογίας και ιστορίας στον περιοδικό Τύπο και το βιβλίο «ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ, 28 ΑΙΩΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ -ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» με προλόγους από τον τότε Δήμαρχο Αθηναίων Δημήτρη Αβραμόπουλο και τον Καθηγητή Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Γεώργιο Χουρμουζιάδη.
Βιβλιογραφία
Τσέτσης Χρήστος, Οι Ηπειρώτες, άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών, Γιάννινα, Εκδ. Τυποεκδοτική Ηπείρου ΕΠΕ, 2003, 485 – 486
Κατάγεται από την πλευρά του πατέρα του από τα Κάτω Σουδενά και γεννήθηκε στην Πρέβεζα, όπου φοίτησε στο Δημοτικό. Τελείωσε το Γυμνάσιο στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων και το Λύκειο στην ίδια πόλη. Πήρε πτυχίο του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής Αθηνών το 1988 και αμέσως γράφτηκε στο Θεολογικό Τμήμα της Θεολογικής Σχολής Αθηνών. Από το 1992 έως το 1995 φοίτησε στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης στο τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και διορίστηκε στην Περιφέρεια Ηπείρου ως τελειόφοιτος αυτής της Σχολής. Το 1999 πήρε πτυχίο Αρχαιολογίας από το Τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και στο ίδιο τμήμα εκπόνησε τη διατριβή του με τίτλο: H εντοίχια θρησκευτική ζωγραφική του 16ου και 17ου αιώνα στο Δυτικό Ζαγόρι.
Διετέλεσε επικεφαλής ευρωπαϊκών προγραμμάτων, προϊστάμενος προσωπικού και διευθυντής Τοπικής Αυτοδιοίκησης Πρέβεζας στην Περιφέρεια Ηπείρου, επιστημονικός υπεύθυνος του Περιφερειακού Ινστιτούτου Επιμόρφωσης Ηπείρου και Έφορος Αρχαιοτήτων της 20ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με έδρα τη Ζάκυνθο και της 22ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με έδρα τη Ναύπακτο, όπου υπηρετεί μέχρι σήμερα. Δίδαξε ως μέλος του προσωρινού εκπαιδευτικού προσωπικού στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και μιλά αγγλικά, ισπανικά και γαλλικά. Κατά τα έτη 1992 και 1993 συμμετείχε σε επιμορφωτικά προγράμματα και σεμινάρια στις Βρυξέλλες, στη Χάγη, στο Λουξεμβούργο και στο Μάαστριχτ.
Είναι μέλος της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων και του Συλλόγου Αποφοίτων της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης. Συμμετείχε ως πρόεδρος ή μέλος σε επιτροπές και συμβούλια της Περιφέρειας Ηπείρου, καθώς και σε επιτροπές και συμβούλια του Υπουργείου Πολιτισμού. Έχει συμμετάσχει, επίσης, ως ομιλητής σε πάνω από 20 διεθνή και τοπικά επιστημονικά συνέδρια.
Έχει δημοσιεύσει αρκετές εργασίες αρχαιολογικού περιεχομένου, που άπτονται των ενδιαφερόντων του για τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη. Το 2009 εκδόθηκε από το Ριζάρειο Ίδρυμα η διατριβή του για τη ζωγραφική του 16ου και 17ου αιώνα στο Δυτικό Ζαγόρι, βιβλίο το οποίο βραβεύτηκε το 2010 από την Ακαδημία Αθηνών. Σημαντικές είναι οι έρευνές του για τη μεταβυζαντινή ζωγραφική του 16ου και 17ου αιώνα σε όλη την κεντρική και βόρεια Ελλάδα, όπως και η επισήμανση άγνωστων στην έρευνα και τη βιβλιογραφία τοιχογραφημένων συνόλων τόσο της βυζαντινής όσο και της μεταβυζαντινής εποχής. Συμμετέχει, τέλος, στην προετοιμασία του Ευρετηρίου Βυζαντινών Τοιχογραφιών Ιονίων Νήσων, που εκδίδει η Ακαδημία Αθηνών.
Από το έργο του αναφέρονται τα:
Πρώτες παρατηρήσεις στην εντοίχια θρησκευτική ζωγραφική του 17ου αιώνα στην περιοχή των Κατσανοχωρίων και των Τζουμέρκων, Δωδώνη 2007-2008.
Τοιχογραφημένα μνημεία και ζωγράφοι του 15ου και 16ου αιώνα στην Ήπειρο και τη Νότια Αλβανία, Δωδώνη 2007-2008.
Η κτητορική επιγραφή του ναού των Αγίων Αναργύρων στα Σέρβια Κοζάνης, Μακεδονικά 2009.
Η Θεοτόκος που κρατά το Άγιο Μανδήλιο στη σκηνή της Ανάληψης: Ένα «Μακεδονικό» θέμα στην τέχνη της Ηπείρου κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, Ηπειρωτικά Χρονικά 2009.
Η εντοίχια ζωγραφική του 16ου και 17ου αιώνα στην πόλη και την ευρύτερη περιοχή της Πρέβεζας, Πρέβεζα 2010.
Οι φάσεις διακόσμησης και οι ζωγράφοι του ναού της Κοίμησης Θεοτόκου στον Ελαφότοπο. Νεότερες παρατηρήσεις, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο 2010.
Ένα άγνωστο συνεργείο ζωγράφων των αρχών του 16ου αιώνα στην Ήπειρο, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας 2011.
New Evidence Concerning the Presence of the Workshop of Theban Painters in the Zagori Region (Epirus) in the 16th Century, Sofia 2011.
The Work of the Painter Ioannis Skoutaris from Grammosta, Kastoria in Epirus and Southern Albania (1645-1672/73), Zbornik Matice srpske za likovne umetnosti 2012.
Βυζαντινές και Μεταβυζαντινές τοιχογραφίες στη Ζάκυνθο (12ος - 17ος αι.), Ζάκυνθος 2012.
Τοιχογραφημένα μνημεία και ζωγράφοι του 16ου αιώνα στη Θεσσαλία, Βόλος 2013.
Το ασκηταριό των Αγιών στην περιοχή Δελβινακίου Ιωαννίνων. Πρώτες παρατηρήσεις σε ένα άγνωστο βυζαντινό σύνολο, Τιμητικός τόμος στον ακαδημαϊκό Π. Βοκοτόπουλο.
Καταγόταν από το Μονοδένδρι Ζαγορίου. Ήταν γεωπόνος Καθηγητής της Ανώτατης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών. Η προσφορά του ήταν τέτοια που ονομάστηκε πατέρας της ελληνικής γεωργίας. Παράλληλα με το επιστημονικό του έργο ασχολήθηκε και με την πολιτική. Εκλέχθηκε βουλευτής Ιωαννίνων και δύο φορές Γερουσιαστής των Γεωργικών Επιμελητηρίων Ελλάδος. Για ένα διάστημα υπηρέτησε ως Γενικός Επιθεωρητής του Υπουργείου Γεωργίας.
Υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας. Έγραψε πολλά επιστημονικά έργα και ίδρυσε τα περιοδικά «Γεωργική Πρόοδος» και «Νέα Γεωπονικά» για γεωργικά θέματα. Επίσης, ήταν ο ιδρυτής της Ένωσης Ζαγορισίων Αθηνών.
Έχει γράψει τα ακόλουθα βιβλία :
Ο οίνος, Αθήναι 1903
Η ελαία, Αθήναι 1907
Γνώμαι περί αγροτικής ασφαλείας, Αθήναι 1914
Αι κυριώτεραι βάσεις μιας αληθούς Γεωργικής πολιτικής, Αθήναι 1916
Ο λαχανόκηπος, Αθήναι 1924
Η Γεωργική Εκπαίδευσις στα Δημοτικά Σχολεία, Αθήναι 1929
Τα καλλιεργητικά συστήματα εν Ελλάδι, Αθήναι 1937
Περί αυξήσεως του αγροτικού εισοδήματος των ορεινών κατοίκων της Ελλάδος, Αθήναι 1938
Βιβλιογραφία
Θεοδώρου Σάββας, Μνήμη Λογίων του Ζαγορίου του αιώνα που πέρασε, Το Ζαγόρι μας, 261 (2000) 10
Παπαζήσης Δημήτριος, Βιογραφική συλλογή λογίων Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας (Ηπείρου – Θεσσαλίας – Μακεδονίας), Ηπειρωτική Εστία 28 (1979) 44
Παπαθανασίου Ζήσης, Σπυρίδων Χασιώτης. Ο Ηπειρώτης Πατήρ της Γεωργίας, Εν Αθήναις, 1969
Ταμπάσης Πασχάλης, Πρωτεργάτες της προόδου και του πολιτισμού. Σπύρος Κ. Χασιώτης, ο πατέρας της ελληνικής γεωργίας, Αγροτική Οικονομία 11 (1947), 193-216
Ο Δημήτριος Χριστ. Χασιώτης γεννήθηκε στη Βίτσα Ζαγορίου. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Ζωσιμαία Σχολή κι εργάστηκε ως δάσκαλος στην Καστανιά της Καλαμπάκας, σπούδασε πρώτα Φιλολογία στο Μόναχο κι έπειτα Ιατρική στα Πανεπιστήμια της Χάλκης και του Βυρτσβούργου, κι αναγορεύτηκε διδάκτορας της Ιατρικής. Επέστρεψε στα Ιωάννινα και άσκησε το επάγγελμα του γιατρού. Παράλληλα, ανέπτυξε πατριωτική δράση και συμμετείχε στην ηπειρωτική κίνηση για την παραχώρηση της Ηπείρου στην Ελλάδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διωχθεί από τις τουρκικές αρχές και να αναζητήσει καταφύγιο στην Αθήνα το 1878. Από το 1890 ανακηρύχθηκε Τακτικός Καθηγητής της Ιστολογίας και Παθολογικής Ανατομίας στην Ιατρική Σχολή.
Συνέγραψε επιστημονικά έργα και μελέτες όπως το «Διατριβαί και Υπομνήματα περί Ηπείρου — από του έτους 1874 μέχρι του έτους 1879 — Αθήναι 1887, 180».
Άλλα έργα του είναι τα :
Η Ήπειρος και το ελληνικό ζήτημα (στα γαλλικά), Παρίσι 1879.
Παρατηρήσεις τινές επί της θεραπευτικής δυνάμεως της κινίνης, Αθήναι 1879.
Περί ρευματοειδών νοσογενών παθήσεων, Αθήναι 1880.
Μελετήματα ιστολογικά (τ. Β'), Αθήναι 1882.
Περί της εμβρυακής αναδείξεως των ραβδωτών μυϊκών ινών των μαστοφόρων ζώων, Αθήναι 1888.
Έργον του παθολογικού ανατομείου, Αθήναι.
Ο αμοιβαίος θαυμασμός εν τη του Ασκληπιού τέχνη και τα έργα αυτού, Αθήναι 1887.
Η διαθήκη της Αγγελικής Αλ. Παπάζογλου, Αθήναι 1891
Βιβλιογραφία
Ευαγγελίδης Τρύφων, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας, Τόμος Πρώτος, Εν Αθήναις : Τύποις Α. Π. Χαλκιοπούλου, 1936, 175
Κραψίτης Βασίλης, Λόγιοι της Ηπείρου (1430-1912), Τόμος Α’, Αθήνα, 1979, 184
Παπαζήσης Δημήτριος, Βιογραφική συλλογή λογίων Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας (Ηπείρου – Θεσσαλίας – Μακεδονίας), Ηπειρωτική Εστία 28 (1979) 43
Τζιόβας Φρίξος, Κατάλογος Συγγραφέων Περιοχής Ζαγορίου. (Από τον Μεθόδιο Ανθρακίτη έως σήμερα), Γιάννινα, Εκδ. Το Ζαγόρι μας, 1990, 71
Φωτιάδου Ερμηνεία, Ιατροί, Βίοι Παράλληλοι 1870 - 1943, Ιωάννινα, 1997, 36
Γεννήθηκε στη Βίτσα του Ζαγορίου. Αφού έμαθε εδώ τα πρώτα γράμματα, γράφτηκε πρώτα στη Ζωσιμαία Σχολή και κατόπιν στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Ακολούθως, υπηρέτησε ως Καθηγητής σε Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης. Το 1869 ίδρυσε μαζί με τους Αθ. Τάγη, Μιλτ. Πανταζή και Καλωταίο στην Κωνσταντινούπολη το Ελληνικό Λύκειο. Παράλληλα, υπήρξε για χρόνια Γενικός Γραμματέας του «Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως». Στα 1880 μετακόμισε στο Παρίσι, όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος των παιδιών του Χριστάκη Ζωγράφου και κέρδισε την εκτίμησή του με αποτέλεσμα να αναλάβει τη διεύθυνση του Τραπεζιτικού του Γραφείου στο Παρίσι και τη διαχείριση της περιουσίας του στην Κωνσταντινούπολη και στη Λαζαρίνα της Θεσσαλίας (ορυζοκαλλιέργεια και ζαχαροβιομηχανία).
Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, από το οποίο ξεχωρίζουν τα ακόλουθα έργα :
Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, 1866
Περί Δωδώνης, 1867
Η Δημοσία εκπαίδευσις των ελλήνων από την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι σήμερον (στα γαλλικά), Παρίσι 1881
Η γλώσσα του Έλληνος. Ο πτωχοπρόδρομος και οι οπαδοί αυτού, 1909
Περί των δημοδών μνημείων εν τη ελληνική λογοτεχνία και εν τη ζώση λαλιά του λαού, 1910
Βυζαντιναί σελίδες, 1910
Παράλληλα, δημοσίευσε μελέτες και άρθρα με το ψευδώνυμο «Μούντζοφλος» σ' εφημερίδες και περιοδικά της Κωνσταντινούπολης. Ξεχωρίζει η έκθεσή του στην Επετηρίδα «του Ηπειρώτικου Φιλολογικού Συλλόγου Κων/λεως» έτος Β' 1873-1874 «περί της καταστάσεως της εν Ηπείρω ελληνικής παιδείας κατά το 1874».
Βιβλιογραφία
Ευαγγελίδης Τρύφων, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας, Τόμος Πρώτος, Εν Αθήναις : Τύποις Α. Π. Χαλκιοπούλου, 1936, 175
Κραψίτης Βασίλης, Λόγιοι της Ηπείρου (1430-1912), Τόμος Α’, Αθήνα, 1979, 183-184
Παπαζήσης Δημήτριος, Βιογραφική συλλογή λογίων Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας (Ηπείρου – Θεσσαλίας – Μακεδονίας), Ηπειρωτική Εστία 28 (1979) 43
Τζιόβας Φρίξος, Κατάλογος Συγγραφέων Περιοχής Ζαγορίου. (Από τον Μεθόδιο Ανθρακίτη έως σήμερα), Γιάννινα, Εκδ. Το Ζαγόρι μας, 1990, 71
Γεννήθηκε το 1872 στα Κάτω Πεδινά (παλ. Κάτω Σουδενά) Ζαγορίου. Αφού έλαβε εδώ τη βασική μόρφωση, γράφτηκε στη Ζωσιμαία Σχολή κι έπειτα στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Κατόπιν, υπηρέτησε από το 1897 ως το 1901 στο Λύκειο Απ. Αράπη των Ιωαννίνων, υπήρξε Σχολάρχης στο Δομοκό (1901-1902), Καθηγητής σε Γυμνάσια των Σερρών, της Ανδριανούπολης (1902-1908) και Γυμνασιάρχης σε Γυμνάσια της Κορυτσάς (1908-1910) και της Χίου (1912-1914). Κατά την περίοδο 1910-1912 εξακολούθησε τις σπουδές του στην κλασική Φιλολογία και παιδαγωγική στη Γερμανία. Διετέλεσε Γενικός Επιθεωρητής Μέσης Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης, εκπαιδευτικός σύμβουλος του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας (1917-1937) και από το 1934 σύμβουλος της Ριζαρείου Σχολής.
Από το έργο του ξεχωρίζουν τα :
Η φύσις και η αξία της φυσιογνωστικής διδασκαλίας του G. Kerschensteiner, (μετάφραση Ιωάννη Χαντέλη), Αθήναι 1923.
Οράτιος, Αθήναι 1932
Οβίδιος, Αθήναι 1932,
Συμβολή εις την διδασκαλίαν των Αρχαίων Ελληνικών και Λατινικών, τομ. Α': Γραμματική Σύνταξις, Αθήναι 1930
Συμβολή εις την διδασκαλίαν των Αρχαίων Ελληνικών και Λατινικών, τόμος Β': Ερμηνεία - Όμηρος, Αθήναι 1938
Σοφοκλέους Ηλέκτρα (εισαγωγή, μετάφρασις, σημειώσεις), Αθήναι 1940
Ευρυπίδου Άλκηστις (εισαγωγή, μετάφρασις, σημειώσεις), Αθήναι 1940
Βιβλιογραφία
Θεοδώρου Σάββας, Μνήμη Λογίων του Ζαγορίου του αιώνα που πέρασε, Το Ζαγόρι μας, 261 (2000) 11
Κραψίτης Βασίλης, Λόγιοι της Ηπείρου (1430-1912), Τόμος Α’, Αθήνα, 1979, 182-183
Παπαζήσης Δημήτριος, Βιογραφική συλλογή λογίων Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας (Ηπείρου – Θεσσαλίας – Μακεδονίας), Ηπειρωτική Εστία 28 (1979) 42
Τζιόβας Φρίξος, Κατάλογος Συγγραφέων Περιοχής Ζαγορίου. (Από τον Μεθόδιο Ανθρακίτη έως σήμερα), Γιάννινα, Εκδ. Το Ζαγόρι μας, 1990, 70
Χ.σ., Ιωάννης Δ. Χαντέλης. Ένας δάσκαλος του Γένους, Το Ζαγόρι μας, 200 (1994) 7
Γεννήθηκε στην Καμνιά Ζαγορίου. Αρχικά σπούδασε κοντά στον Κοσμά Μπαλάνο στην ομώνυμη σχολή στα Ιωάννινα. Μετά την αποφοίτησή του παρακολούθησε τη διδασκαλία του δασκάλου Τρύφωνα Μετσοβίτη με τις αρχές και το σύστημα του Ευγενίου Βούλγαρη. Στη συνέχεια μετέβη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες μέχρι το 1792. Εδώ παρακολούθησε τη διδασκαλία του Νεοφύττου Καυσοκαλυβίτου.
Ακολούθως, αφιερώθηκε στη μελέτη και τη διδασκαλία. Το 1792 διορίσθηκε από τον ηγεμόνα Βλαχίας Αλέξανδρο Μουρούζη Σχολάρχης στην Ακαδημία του Βουκουρεστίου, όπου δίδαξε για 13 χρόνια μέχρι το θάνατό του το 1805. Στη θέση αυτή τον διαδέχτηκε ο μαθητής του Νεόφυτος Δούκας, ενώ μαθητής του ήταν και ο Γεώργιος Γεννάδιος από τα Δολιανά. Άλλοι μαθητές του ήταν ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, ο Παναγιώτης Κοδρικάς, ο Δημήτριος Σχινάς, ο Αθανάσιος Χριστόπουλος κι άλλοι.
Ο Λάμπρος Φωτιάδης αναδείχθηκε ένας από τους σημαντικότερους διδασκάλους του Γένους κατά την προεπαναστατική περίοδο. Εισήγαγε στην Ακαδημία του Βουκουρεστίου τη νέα φιλολογική μέθοδο κατά τη διδασκαλία των αρχαίων ποιητών και συγγραφέων. Γνώριζε άριστα τους αρχαίους συγγραφείς αλλά και τη λατινική γλώσσα, ήταν μελετηρός και φιλόπονος.
Πέρα από τη διδακτική του δραστηριότητα ανέπτυξε και συγγραφική δράση. Μετέφρασε τα σωζώμενα έργα των δέκα ρητόρων, ολόκληρο το έργο του Ξενοφώντα, τον Ηρόδοτο, τα πέντε βιβλία του Θουκυδίδη, τους λόγους του Γρηγορίου Ναζιανζηνού και του Δίωνος Χρυσοστόμου, έργα του Πλουτάρχου και του Λουκιανού. Άλλα γνωστά του έργα είναι η γραμματική Τερψιθέα, η Μετρική, η Παιδαγωγική ή Πρακτική Γραμματική, κά
Βιβλιογραφία
Βαζιάκα Πετρούλα Χρ., Ο Ανθρακίτης Ζαγορίου και το Δημοτικό Τραγούδι, Ιωάννινα 2006, 66-67
Βλαχόπουλος Αναστάσιος, Ιστορική περιγραφή ιδρύσεως και εξελίξεως των κοινοτήτων Ζαγορίου Ανθρακίτου τέως Καμνιάς και Καλωτάς, Ιωάννινα, 1970, 18-19
Μαρία Γιαννακού, Η μορφή του Λάμπρου Φωτιάδη στη θεώρηση της Νεοελληνικής Γραμματείας, Πρακτικά Α΄ Πανελληνίου Επιστημονικού Συνεδρίου Η Λογιοσύνη του Ανατολικού Ζαγορίου (Ανατολικό Ζαγόρι 2001 Ιουν. 22-24), Δήμος Ανατολικού Ζαγορίου, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων - Φιλοσοφική Σχολή - Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας - Τομέας Φιλοσοφίας, Ιωάννινα 2002, σ. 45 - 52
Οικονομίδης Δημήτριος Β., Λάμπρος Φωτιάδης (1752-1805), Επετηρίς του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών 3 (1950), 106-140
Τσιάλος Δ. Στέφανος, Λάμπρος Φωτιάδης, Ο Ηπειρώτης Διδάσκαλος του Γένους, Ανθρακίτης 2002, 9-32
Γεννήθηκε το 1913 στα Άνω Πεδινά Ζαγορίου. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του και στα Ιωάννινα. Εισήχθη και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο με άριστα. Ειδικεύτηκε στη Νευρολογία- Ψυχιατρική κι έγινε ο πρώτος νευρολόγος ψυχίατρος στην Ήπειρο. Έκανε μεταπτυχιακά στο Παρίσι, στον Καθηγητή LERNI και ήταν βοηθός και επιμελητής στο Νοσοκομείο του Ευαγγελισμού με διευθυντή τον Αναστασόπουλο.
Υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός του Υγειονομικού σε μονάδα της 8ης Μεραρχίας και του Νοσοκομείου και στον πόλεμο του 1940 στο πρώτο Τάγμα Πολυβόλων Λόχων Τυφεκιοφόρων 8ης Μεραρχίας από περιοχή Καλπακίου έως την πρώτη γραμμή. Το 1948 δημιούργησε τη Νευροψυχιατρική μονάδα στο 406 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Διετέλεσε γραμματέας Ιατρικού Συλλόγου, ιατρός του αντιαλκοολικού αγώνα άνευ αμοιβής, μέλος πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων Υγειονομικών Επιτροπών. Συνεργάστηκε με τη Μητρόπολη και το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Εισήγαγε τη θεραπεία με ηλεκτροσόκ και έγραψε εργασίες στην Ελληνική και τη Γαλλική γλώσσα. Διετέλεσε Πρόεδρος της Εφορίας Εθνικού Σταδίου Ιωαννίνων. Τιμήθηκε με μετάλλιο από το στρατό και από τον Ιατρικό Σύλλογο. Είχε ιδιαίτερη ικανότητα στη διάγνωση και είχε τη βαθιά εκτίμηση των συναδέλφων του. Οι νέοι νευρολόγοι ψυχίατροι τον έβλεπαν σαν δάσκαλο. Η διατριβή του είχε σημαντική απήχηση και αποτέλεσε έναυσμα νεότερων επιστημονικών ερευνών σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.
Βιβλιογραφία
Φωτιάδου Ερμηνεία, Ιατροί, Βίοι Παράλληλοι 1870 - 1943, Ιωάννινα, 1997, 116 - 118
Καταγόταν από τα Δολιανά Ζαγορίου. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στα Ιωάννινα. Σε νεαρή ηλικία μετακόμισε στο Βουκουρέστι όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος διάσημων οικογενειών. Ήταν φίλος του Γεωργίου Γεννάδιου.
Βιβλιογραφία
Αραβαντινός Παναγιώτης, Βιογραφική Συλλογή Λογίων της Τουρκοκρατίας, εισαγωγή - επιμέλεια Κ. Θ. Δημαράς, Ιωάννινα, Εκδ. Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, 1960, 213
Παπαζήσης Δημήτριος, Βιογραφική συλλογή λογίων Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας (Ηπείρου – Θεσσαλίας – Μακεδονίας), Ηπειρωτική Εστία 28 (1979) 41
e��: Ho � an style='font-size:12.0pt;line-height:150%;font-family:"Book Antiqua"'>Μεθοδικά λυμένες ασκήσεις (Θερμοδυναμική – Νόμοι αερίων – Ταλαντώσεις) (1987)
Μεθοδικά λυμένες ασκήσεις φυσικής (Έργο – Ορμή – Πεδία – Βολές) (1987)
100 διαγωνίσματα φυσικής (1995)
Ζαγόρι – Χαλασιά μου (1996)
Ζαγορισίων Πολιτεία (φωτογραφικό λεύκωμα 1850-1950) (2000)
Εξόδου το ανάγνωσμα (2006)
Βιβλιογραφία
Φραγκούλης Πέτρος Θ., Πέτρου Φραγκούλη : «Εξόδου το ανάγνωσμα», Το Ζαγόρι μας 332 (2006), 11
Φαγητό
Παραγωγή - Προϊόντα
Η παραδοσιακή διατροφή στο Ζαγόρι αντανακλά την ιδιομορφία που χαρακτηρίζει το ίδιο το Ζαγόρι. Τόπος ορεινός, πίσω από το Μιτσικέλι1, στις πλαγιές της Πίνδου2, το Ζαγόρι παρότι περιβάλλεται από φυσικό κάλλος και βλάστηση, ωστόσο παραμένει μια περιοχή που δεν έχει ιδιαίτερα πλούσια γεωργική παραγωγή. Τα προϊόντα που παράγονται είναι λίγα σε ποσότητα και περιορισμένα ως είδη3. Οι καλλιέργειες περιορίζονται κυρίως σε δημητριακά, όσπρια και αμπέλια. Σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη, αραβόσιτος καλλιεργούνται συστηματικά, αν και δίνεται προτεραιότητα στην αμπελουργία4 και στην παραγωγή κρασιού και τσίπουρου, κυρίως γιατί αυτήν τη δυνατότητα πρόσφερε η καταλληλότητα του ορεινού εδάφους5. Οι υπόλοιπες καλλιέργειες καθώς και η παραγωγή μελιού προορίζονται για τις ανάγκες της αυτοκατανάλωσης. Την παραγωγή συμπληρώνουν δεντροκαλλιέργειες με κερασιές, μηλιές, καρυδιές, καστανιές6, οι καρποί των οποίων αξιοποιούνται με κάθε δυνατό τρόπο από τους ντόπιους, όπως επίσης αξιοποιούνται και τα αγαθά του δάσους: κράνα, βατόμουρα, μανιτάρια.
Οικιακή οικονομία και κοσμοπολιτισμός
Για την κατανόηση της ζαγορίσιας μαγειρικής κουλτούρας είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι ο γεωφυσικός διαχωρισμός του χώρου στα τρία διαμερίσματα του Ζαγορίου καθορίζει και τις διαφορές στις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων7. Ενώ στο άνυδρο Δυτικό Ζαγόρι τα όσπρια και τα κηπευτικά κυριαρχούν στο τραπέζι, στο Ανατολικό και στο Κεντρικό Ζαγόρι οι γεύσεις είναι πιο σύνθετες και οι συνδυασμοί πιο πρωτότυποι για μια ορεινή κοινότητα, με αναφορές και σε γλυκόξινα πιάτα8.
Η επαφή των Ζαγορισίων με τα μεγάλα αστικά κέντρα λόγω των μετοικεσιών επηρεάζει όλες τις εκφάνσεις της πολιτισμικής ταυτότητας, επιδρώντας αντίστοιχα και τη μαγειρική και το φαγητό9. Παρά την ανέχεια που επικρατεί λόγω των περιορισμένων πρώτων υλών, ωστόσο η διαχείριση της μαγειρικής αποτελεί μια πρόκληση γευσιγνωσίας στην ταπεινή επαρχιακή κουζίνα. Το φαγητό δεν είναι μόνο μέσο επιβίωσης αλλά αποκτά και αυτό μια διάσταση κοσμοπολίτικη, που επεκτείνεται τόσο στη μείξη των υλικών και τη χρήση μπαχαρικών όσο και στο σερβίρισμα, που εμπλουτίζεται με τα σκεύη που έρχονται από τη Δύση. Έτσι η ζαγορίσια κουζίνα διαμορφώνεται μέσα από μια αξιοθαύμαστη ποικιλία γεύσεων και αρωμάτων σε μια αντιφατική πραγματικότητα που συνδυάζει την απλότητα και τη λιτότητα των υλικών με την εφευρετικότητα, τη φαντασία και την πολυπλοκότητα των συνταγών. Οι Ζαγορίσιοι δεν αρκούνται στο ψωμοτύρι για να επιβιώσουν αλλά ανάγουν τη φτώχεια τους σε υψηλές γαστρονομικές αναζητήσεις.
Οι πίτες και τα μπριάμια
Ο όρος «οικιακή οικονομία» βρίσκει απόλυτη ανταπόκριση στο παράδειγμα της ζαγορίσιας κουζίνας. Είναι χαρακτηριστική η δωρικότητα με την οποία η νοικοκυρά διαχειρίζεται τα λίγα αγαθά ώστε να αξιοποιεί τα ελάχιστα με τον καλύτερο δυνατό και ευφάνταστο τρόπο10 προκειμένου να εξασφαλίζει το καθημερινό φαγητό, αναπτύσσοντας μαγειρικές τεχνικές όπως οι πίτες ή τα μπριάμια. Οι πίτες11 στο Ζαγόρι είναι δείγμα της νοοτροπίας που δεν επιτρέπει τίποτα να πεταχτεί, αντίθετα, αποτελούν τη βάση προκειμένου να αξιοποιηθεί το περίσσευμα από το φαγητό της προηγούμενης μέρας ή να πληθύνει η ελάχιστη πρώτη ύλη που συνέλεγαν για να μαγειρέψουν. Εξ ανάγκης λοιπόν, με στόχο και μέλημα τον κορεσμό της οικογένειας, δημιουργήθηκαν αυτές οι γαστρονομικές ποικιλίες που εντυπωσιάζουν σήμερα τους επισκέπτες και αναπαράγουν το μύθο που περιβάλλει τη ζαγορίσια κουζίνα.
Βρισκόμαστε στην περιοχή της πίτας. Η πίτα στο Ζαγόρι έχει μια λογική. Είναι το α και το ω της διατροφής μας. Είναι η έλλειψη πρώτης ύλης. Βλέπεις ο τόπος είναι άγονος, πολύ άγονος. Ό,τι υπήρχε σαν φαγητό την προηγούμενη, ή αν ήτανε μια χούφτα πράγμα, ήτανε δυο μερίδες. Μπαίνοντας σε φύλλο γίνονταν 4 μερίδες και τάιζε την οικογένεια. Εμείς είμαστε “Χριστοί” εδώ, πολλαπλασιάζαμε τα ψάρια. Παρότι υπήρχε χρήμα, δεν υπήρχε πρώτη ύλη. Δεν υπάρχει πρωτογενής παραγωγή. Οπότε οι νοικοκυρές εφεύρισκαν τρόπους να πολλαπλασιάζουν το φαγητό τους. Ό,τι είναι μια χούφτα μπαίνοντας στο φύλλο γίνονταν 4 μερίδες12.
Η ποικιλία της ζαγορίσιας πίτας είναι πλούσια13, καθώς αξιοποιείται κάθε είδους υλικό: Τυρόπιτα, τραχανόπιτα, λαχανόπιτα, κολοκυθόπιτα, τσουκνιδόπιτα (ή στεγνόπιτα όταν παρασκευάζεται με αποξηραμένες τσουκνίδες το χειμώνα), φακόπιτα, ρεβυθόπιτα, μανιταρόπιτα, και φυσικά οι γιορτινές (όταν έσφαζαν κάποιο ζώο σε μεγάλες γιορτές) κοτόπιτα, κρεατόπιτα και ζυγουρόπιτα. Επίσης οι γυμνές πίτες, χωρίς φύλλο αλλά με χυλό: Αλευρόπιτα, αλευροκολόκυθο, μπατσαριά, μπατσαρόγαλο (πίτα που γίνεται με μείγμα από γκίζα, ξυνόγαλο, αυγά και καλαμποκίσιο αλεύρι). Αλλά και πίτες γλυκιές: Ριζόπιτα (η γιορτινή, που συνόδευε τις χαρές), γαλατόπιτα, πατσαβουρόπιτα (μόνο με φύλλο, ζάχαρη κι αυγά, σιροπιασμένη), κερασόπιτα, γλυκιά στεγνόπιτα, με αποξηραμένα φρούτα. Εξάλλου, ακόμα και στην έκτακτη ανάγκη, η πιο προσιτή λύση για φαγητό, τρατάρισμα ή συμπλήρωμα στο τραπέζι είναι η παρασκευή μιας απλής πίτας με αλεύρι, τυρί και βούτυρο. Η συχνότητα και η ευκολία με την οποία παρασκευάζεται η αλευρόπιτα, συνταγή που συναντάται συχνά στη διατροφή των Ελληνικών ορεινών κοινοτήτων, της έδωσε και το προσωνύμιο «προχειρόπιτα» ή «τεμπελόπιτα».
Οι βασικές πρώτες ύλες για να παρασκευαστεί μια πίτα είναι προϊόντα που υπάρχουν μέσα σε κάθε ζαγορίσιο σπίτι. Η οικόσιτη κτηνοτροφία14 εξασφαλίζει το τυρί, το βούτυρο, το γάλα και τα αυγά. Αντίστοιχα η καλλιέργεια των δημητριακών παρέχει το αλεύρι, σταρένιο, κρίθινο είτε καλαμποκίσιο, που φυλάγονταν στη μπίμιτσα, τον υπόγειο ή ημιυπόγειο χώρο του σπιτιού που χρησίμευε για τη φύλαξη τροφίμων, δηλαδή το κατώι. Εκεί φυλάγονταν και τα όσπρια που επίσης καλλιεργούνται στην περιοχή. Τα «λάχανα»15 αλλά και τα κρεμμύδια και τα υπόλοιπα αγαθά της γης, ήταν εύκολο να βρεθούν στην ύπαιθρο ή να καλλιεργηθούν στους κήπους των σπιτιών, ενώ για τους χειμερινούς μήνες φρόντιζαν να τα διατηρούν αποξηραμένα.
Η διαθεσιμότητα της πρώτης ύλης είναι πρωταρχικό μέλημα της νοικοκυράς. Οι μέθοδοι συντήρησης των τροφών βρίσκουν εφαρμογή με κάθε δυνατό τρόπο. Η αποξήρανση των λαχανικών και των φρούτων αποτελεί συνηθισμένη πρακτική, προκειμένου να εξασφαλίσουν την επάρκεια του είδους κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Καταγράφονται χαρακτηριστικές συνταγές που περιέχουν αποξηραμένα φρούτα όπως οι κερασόπιτες και το χ’σιάφ’ (χουσάφι, ένα είδος κομπόστας από αποξηραμένα φρούτα, όπως διευκρινίζεται στο απόσπασμα της συνέντευξης που ακολουθεί), που υπηρετούσαν εξασφάλιση του χειμωνιάτικου γλυκού, ενώ οι τσουκνιδόπιτες γίνονται το χειμώνα με αποξηραμένη τσουκνίδα και μετονομάζονται σε στεγνόπιτες16.
Η αποξήρανση αποτελεί διαδεδομένη μέθοδο συντήρησης και για τα μανιτάρια, που επίσης αξιοποιούνται με κάθε τρόπο στο Ζαγόρι. Οι μανιταρόπιτες αλλά και άλλες ευρηματικές συνταγές εμπλουτίζουν τη γαστρονομία τους ενώ η ανεύρεση των μανιταριών αποτελεί αγαπημένη ενασχόληση των Ζαγορισίων μέχρι και σήμερα17. Αξιοποιούν δε μεγάλη ποικιλία μανιταριών καθώς θεωρούνται σπουδαίοι μανιταρόφιλοι και γνώστες του είδους. Τραχανάς με μανιτάρια, μανιτάρια τηγανητά, μανιτάρια με ζυμαρικά, κρεατικά με μανιτάρια (που συνήθως σερβίρουν με πουρέ πατάτας), μανιταρόσουπες, είναι μόνο λίγοι χαρακτηριστικοί από τους πολλούς συνδυασμούς που φτιάχνουν.
Σοβαρό συμπλήρωμα, που συχνά γίνονται βασική ύλη για πολλές παρασκευές των γευμάτων τους, είναι τα οπωροκηπευτικά που καλλιεργούν μέσα στον οικισμό18, στους κήπους των σπιτιών τους. Συχνά τα αναμειγνύουν με άγρια χόρτα, τσουκνίδες, ραδίκια, σέσκουλα, λάπατα και όλα μαζί συναποτελούν τα «λάχανα» (ή «μαζέματα»). Συνήθης πρακτική για την αξιοποίηση των λάχανων είναι η ανάμειξή τους με όσπρια, ρύζι, πατάτες και αυτή τη μείξη την ονομάζουν «μπριάμια». Εκτός από τις λαχανόπιτες, τα μπριάμια επίσης αποτελούν πολύ συχνή, εύκολη, λιτή και οικονομική λύση για το καθημερινό τραπέζι19.
Είναι εντυπωσιακό το γευστικό αποτέλεσμα που δίνουν οι ευφάνταστοι συνδυασμοί των πιο απλών υλικών προσδίδοντας στο φαγητό μια γήινη γεύση και αναδεικνύοντας το μεγαλείο της απλότητας. Η δημιουργικότητα στην κουζίνα ακολουθεί τη διαθεσιμότητα σε πρώτες ύλες και στόχος είναι βέβαια η καθημερινή τροφή της οικογένειας. Γι’ αυτό και τα όσπρια που καλλιεργούνται στο Ζαγόρι έχουν περίλαμπρη θέση στο καθημερινό τραπέζι, αποτελώντας συχνά τη βάση για τα περιβόητα «μπριάμια». Η δυνατότητα συντήρησης των οσπρίων για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δίνει στην οικογένεια την ασφάλεια διάθεσης της πρώτης ύλης για την παρασκευή του φαγητού. Εφόσον μάλιστα πρόκειται για ύλη που δεν είναι δυσεύρετη, αποτελεί την εύκολη και προσιτή λύση, ενώ η ανάγκη της ικανοποίησης της γεύσης οδηγεί τη φαντασία της μαγείρισσας. Έτσι στο Ζαγόρι ανακαλύπτουμε πολλές συνταγές που αξιοποιούν ένα υλικό σε παραλλαγές: Αμέτρητες παραλλαγές στο ίδιο θέμα, κατά κάποιον τρόπο μετατροπίες διατροφικές, όπως εκείνη η διατονική που αναστρέφει τους φθόγγους της ίδιας συγχορδίας20. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι πολλοί και διαφορετικοί τρόποι που μαγειρεύονται τα φασόλια. Ο κατάλογος είναι μακρύς και ομολογουμένως εντυπωσιακός:
Γίγαντες με χόρτα στο φούρνο, γίγαντες με κόκκινη σάλτσα στο φούρνο, γίγαντες με κρεμμύδια στο φούρνο, γίγαντες με κρεμμύδια και μάραθο, γίγαντες τηγανητοί με ρίγανη, γίγαντες με σκορδαλιά, γίγαντες σαλάτα, γίγαντες ή παστάλια (ποικιλία φασολιού) με ραδίκια σαλάτα, παστάλια με πράσο στο φούρνο, παστάλια φρέσκα λαδερά, παστάλια ξερά σούπα, φασολάκια με κρέας στο φούρνο, φασόλια γιαχνί (πλατιά, παστάλια ή λιανά), μπαρμπούνια ξερά με κρέας (παλιά συνταγή με σκεμπέ, δηλαδή με καπνιστό κρέας), κρέας με φασολάκια, φασόλια21. Κάθε συνταγή υπηρετεί πιστά τη διαφορετικότητά της τόσο στη γεύση και στα αρώματα όσο και στα συνοδευτικά υλικά που ποικίλουν ανάλογα με την εποχή για να συνοδέψουν τη βασική πρώτη ύλη.
Το ψωμί
Το ψωμί22 φυσικά αποτελεί βασικό στοιχείο της διατροφής τους και συνδέεται με όλους τους συμβολισμούς της ιερότητας, της προσφοράς και της κοινωνικής συγγένειας την αγροτική κοινωνία, όπως συμβαίνει σε όλες τις ελληνικές παραδοσιακές κοινότητες23. Εκτός από την καθημερινή παρουσία του στο τραπέζι, όταν το σέρβιραν βουτηγμένο στο γάλα, το βούτυρο ή το κρασί αντικαθιστούσε συχνά το πρωινό ή το βραδινό γεύμα, ανάλογα με την εποχή ή τη θρησκευτική συγκυρία. Ωστόσο συχνά το εμπλουτίζουν και με άλλα συστατικά, όπως το γάλα, το βούτυρο τα αυγά και το τυρί και δημιουργούν άλλη μια διάσταση στην κατανάλωσή του.
Οικόσιτη κτηνοτροφία και οικιακή τυροκομία
Η κτηνοτροφία, που με το πέρασμα των χρόνων περιορίστηκε στην οικόσιτη24, επίσης έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διατροφή των κατοίκων25. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα τυριά δεν έλειψαν από το Ζαγόρι, αντίθετα αποτελούν βασικά στοιχεία διατροφής26 και παραμένουν σταθερή βάση άντλησης πρώτων υλών για το φαγητό27. Σε κάθε σπίτι η νοικοκυρά έφτιαχνε τυρί και βούτυρο και τα διατηρούσε στο κελάρι του σπιτιού. Γλαφυρές οι περιγραφές των πληροφορητών για την παρασκευή του τυριού, της γκίζας και της ούρδας, που είναι υποπαράγωγα της ίδιας διαδικασίας, όλα όμως αξιοποιήσιμα στη ζαγορίσια κουζίνα28.
Το κρέας
Το κρέας29 εξασφαλίζεται από τα οικόσιτα ζώα ή από τα οικογενειακά κοπάδια, δεν αποτελεί όμως σε καμία περίπτωση καθημερινή λύση. Η σφαγή ενός ζώου30 συνδέεται με γιορτή, χαρά και γλέντι31. Χριστούγεννα, Πάσχα, Αποκριές, οι μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης που απαιτούν την παρουσία κρέατος στο τραπέζι καθώς και οι αφορμές από τον κύκλο της ζωής. Γάμοι και βαφτίσια είναι λόγος για γλέντι και το κρέας είχε τον απαραίτητα εξέχοντα ρόλο, δίνοντας πανηγυρικό τόνο αφθονίας αγαθών στη γιορτή32. Είναι προφανές ότι, εκτός από τις γεωφυσικές παραμέτρους, η θρησκεία και η θρησκευτική συμπεριφορά των κατοίκων αποτελούν έναν καταλυτικό παράγοντα που επίσης συμβάλλει στη διαμόρφωση των διατροφικών συνηθειών στην ελληνική παραδοσιακή κοινότητα33.
Το ψήσιμο του κρέατος γίνεται στο γάστρο34. Οι συνταγές όμως δεν περιορίζονται εκεί. Οι συνθέσεις είναι πολλές και υπηρετούν τόσο τη γεύση όσο και την ανάγκη του κορεσμού που επιβάλλει το συνδυασμό και με άλλα υλικά35. Στα γιορτινά τραπέζια λοιπόν, μαγειρεύουν το κρέας με πράσα, με κρεμμύδια (στιφάδο), αλλά και με κυδώνια, δαμάσκηνα και σταφίδες, ενώ φυσικά η σούπα από βραστό σαν πρώτο πιάτο δεν παραλείπεται. Οι παρασκευές που γίνονται από κιμά είναι επίσης αρκετές, με εξέχον Χριστουγεννιάτικο φαγητό τους τα γιαπράκια (με λάχανο). Στη λογική των μπριαμιών είναι τα φαγητά της Άνοιξης και της Πασχαλιάς, όπως το σ(υ)κωτομπρίαμο (συκώτι με ρύζι, λάχανα και μυρωδικά), το τρίμμα, το μπουρμπάρι, τα γαρδουμπάκια, που συνοδεύουν το κύριο ψητό κρέας στα πλαίσια της αφθονίας που επιβάλλει η γιορτή36. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε και στην κρεατόπιτα37 ή ζυγουρόπιτα, που σε κάποια χωριά, κυρίως στο Ανατολικό Ζαγόρι, εκτελεί χρέη της πρωτοχρονιάτικης βασιλόπιτας38 που κρύβει τα σύμβολα της τύχης: το φλουρί (πλουτισμός), ένα κομμάτι από αμπελόβεργα (καλή σοδειά), ένα κομμάτι από κρανιά (δύναμη και ευρωστία) και τη βέρα της οικοδέσποινας (οικογενειακή ευτυχία).
Το κυνήγι39 είναι επίσης πολύ διαδεδομένο στο Ζαγόρι και δεν παραλείπονται οι ανάλογες συνταγές. Το αγριογούρουνο γίνεται στιφάδο, ο λαγός μαγειρεύεται συχνά είτε στιφάδο ή με σκορδαλιά και ασφαλώς θεωρούνται σπουδαία εδέσματα και μεζέδες για να συνοδέψουν το κρασί, ενώ αναλόγως αξιοποιούνται και μικρότερα κυνήγια όπως τα ορτύκια και οι πέρδικες.
Συνήθης μέθοδος συντήρησης για το κρέας είναι το πάστωμα. Ο ζαγορίσιος παστουρμάς40 είναι η λύση εξασφάλισης κρέατος κατά τους χειμερινούς μήνες και τον μαγειρεύουν με τραχανά, με χυλοπίτες ή και τηγανητό.
Το κρασί και το τσίπουρο
Το κρασί και το τσίπουρο φυσικά συνοδεύουν απαραίτητα το φαγητό και το γλέντι, προσθέτοντας την απαραίτητη νότα του συμποσιασμού41. Καθώς, όπως αναφέραμε ήδη, η αμπελοκαλλιέργεια στο Ζαγόρι είναι σημαντική42, το τσίπουρο κατέχει ιδιαίτερη θέση και στην καθημερινότητά τους, ειδικά το χειμώνα, καθώς οι χαμηλές θερμοκρασίες στα ορεινά χωριά επιβάλουν την ανάγκη της κατανάλωσης. Οι ρόλοι διαχωρίζονται κατά το συμποσιασμό. Το τσίπουρο είναι το κέρασμα της παρέας, ενώ το κρασί επισφραγίζει το στρώσιμο του τραπεζιού:
(...) Το τσίπουρο είναι της παρέας, είναι αυτό που δένει τους ανθρώπους. Ζητάει τον εύκολο μεζέ, δε θέλει πολλά, κάτι λίγο, ό,τι υπάρχει. Ένα κομμάτι πίτα, ένα κομμάτι τυρί, λίγο ψωμί. Το τσίπουρο φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Το κρασί είναι το επίσημο, το επιτραπέζιο. Προσφέρεται στο στρωμένο τραπέζι, με το φαγητό. Το μπουκάλι με το κρασί σερβίρεται στο τραπεζομάντηλο. Δε νοείται στρωμένο τραπέζι χωρίς κρασί (...)43.
Τα γλυκά
Για την παρασκευή των γλυκών τους, οι Ζαγορίσιοι αξιοποιούν όλα τα είδη που παράγονται στην ορεινή ύπαιθρο. Οι συνταγές δεν περιορίζονται στα κλασικά γλυκά του κουταλιού που βρίσκουμε στον υπόλοιπο Ελλαδικό χώρο αλλά επεκτείνονται σε απίθανους συνδυασμούς, με απρόσμενα γευστικά αποτελέσματα. Εκτός από τα κεράσια, τα κυδώνια, τα καρύδια και τα κράνα, βρίσκουμε γλυκά του κουταλιού και μαρμελάδες από τα άνθη της φροξυλιάς (ή σαμπούκος), από μανιτάρια (κανθαρέλες) καθώς επίσης και γλυκά αστικών επιρροών, όπως το ραβανί και το σάμαλι. Τα παράγωγα του σταφυλιού, ο μούστος και το πετιμέζι, πρωτοστατούν στην παρασκευή κι άλλων παραδοσιακών γλυκισμάτων, όπως η μουσταλευριά, το «ζ(ου)μπέκ(ι)» που είναι μια Παρασκευή από καρύδια περασμένα σε κλωστή και βουτηγμένα στο μούστο, και φυσικά λικέρ διάφορων γεύσεων, με κυρίαρχο κέρασμα στην περιοχή το λικέρ από κράνα44. Ασφαλώς καταγράφονται και τα επετειακά γλυκά, όπως τα Χριστουγεννιάτικα κόλιντα45 και τα σπάργανα του Χριστού46 (ή λαλαγγίτες) καθώς και οι Πασχαλινές κολιντίνες και σταυροκουλούρες47 που οι Ζαγορίσιοι φροντίζουν κάθε χρόνο να φτιάχνουν διατηρώντας την παράδοση. Θα ήταν παράλειψη φυσικά να μην αναφέρουμε εδώ και τις γλυκιές πίτες: Γαλατόπιτα, ριζόπιτα (η γιορτινή), πατσαβουρόπιτα σιροπιασμένη.
Σημείωση:
Το υλικό της παρούσας δημοσίευσης είναι αποτέλεσμα της επιτόπιας έρευνας που έγινε το 2012-13 με την ερευνητική ομάδα του προγράμματος και που αποτέλεσε επίσης σημαντική αναφορά για τη συγγραφή της πτυχιακής μου εργασίας με τίτλο:
«Το φαγητό, η μουσική, το γλέντι. Πολιτισμικά συμφραζόμενα στο Ζαγόρι.»48
Ειρήνη Καραθανάση
1 Λαμπρίδης 1870, σελ. 9.
2 Νιτσιάκος 1993, σελ. 9.
3 Παπαγεωργίου 1995, σελ. 48.
4 Παπαγεωργίου 2015, σελ. 15 και σελ. 29-33.
5 Συνέντευξη από Θουκυδίδη Παπαγεωργίου.
6 Παπαγεωργίου 1995, σελ. 48: Κεφάλαιο Β´, Αγροτική Παραγωγή.΄
7 Τσούπη 2007, σελ. 27.
8 Από τη συνέντευξη που μας έδωσε η κ. Ελένη Δούβλη στα Άνω Πεδινά το καλοκαίρι του 2012 για το ερευνητικό έργο «Ζαγόρι. Φύση και Πολιτισμός – Ψηφιακός Οδηγός».
9 Τσούπη 2007, σελ. 29 και σελ. 35.
10 Νιτσιάκος 1995, σελ. 171.
11 Για τις παραδοσιακές πίτες της Ηπείρου, βλ. Αν. Π. Στεφόπουλος, 1991, για την πίτα στην ελληνική μαγειρική σύνθεση βλ. Σκούτερη-Διδασκάλου στο Γκατζόλης 2010, σελ. 116-117.
12 Από τη συνέντευξη της κ. Νίκης Ζούκη, βλ. υποσημείωση 52, σελ. 30 της παρούσης εργασίας.
13 Τσούπη 2007, σελ. 74.
14 Παπαγεωργίου 1995, σελ. 50, 56 και 69.
15 Όλων των ειδών τα χορταρικά που χρησιμοποιούν στη μαγειρική τους, οι Ζαγορίσιοι τα ονομάζουν “λάχανα”.
16 Από τη συνέντευξη της Νίκης Ζούκη.
17 Είναι χαρακτηριστική η έντονη παρουσία του Συλλόγου Μανιταρόφιλων, που αριθμεί πολλά μέλη και αναλαμβάνει πρωτοβουλία για πολλές δραστηριότητες στην ευρύτερη περιοχή.
18 Δαλκαβούκης 2005, σελ. 54-55: Κεφ. Ο χώρος και τα επαγγέλματα.
19 Ο.π. συνέντευξη της Νίκης Ζούκη.
20 Για την ποικιλομορφία της σύνθεσης που χαρακτηρίζει την απλότητα του καθημερινού φαγητού στην ελληνική κουζίνα βλ. Σκουτέρη-Διδασκάλου 2010, σελ. 110 και 118.
21 Οι συνταγές είναι από αποδελτίωση του ημερολογίου 2009 που εκδόθηκε από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Λεπτοκαρυάς Ζαγορίου «Το Λιασκοβέτσι», με τίτλο: «ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ & ...14 συνταγές με φασόλια & 3 γυμνές πίτες». Η αποδελτίωση έγινε για το ερευνητικό έργο «Ζαγόρι. Φύση και Πολιτισμός, - Ψηφιακός οδηγός».
22 Αναφορές για το ψωμί στο Ζαγόρι βλ. Τσούπη 2007, σελ. 84 και Παπαγεωργίου 2015, σελ. 14-17 και σελ. 27-28.
23 Για το ψωμί στις παραδοσιακές κοινότητες βλ.:Βαρβούνης 1996, σελ. 155, για το ψωμί στη χριστιανική λατρεία βλ. Ματάλα 2008, σελ. 121, για πολιτισμικές αναφορές στο ψωμί βλ. Σκούτερη-Διδασκάλου 2010, σελ. 116 και για την παρασκευή του ψωμιού στις παραδοσιακές κοινωνίες βλ. Μελίδου-Κεφαλά 2010, σελ. 125-131.
24 Παπαγεωργίου 1995, σελ. 54 και Δαλκαβούκης 2005, σελ. 54-55.
25 Νιτσιάκος 1995, σελ. 174.
26 Παπαγεωργίου 1995, σελ. 48: Κεφ. Β΄ Αγροτική Παραγωγή.
27 Braudel 1995, σελ. 218-219: Τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα αυγά και το βούτυρο αποτελούν τα βασικά προϊόντα της καθημερινής διατροφής των μη μεσογειακών λαών.
28 Braudel 1995, σελ. 219: «(...) Το τυρί, η φτηνή πρωτεΐνη, είναι μια από τις κύριες λαϊκές τροφές.»
29 Για την κατανάλωση του κρέατος στον ευρωπαϊκό υλικό πολιτισμό, βλ. Braudel 1995, (Τόμος Α), σελ. 203.
30 Τσούπη 2007, σελ. 109.
31 Σιμόπουλος 1995 (Τόμος Β΄), σελ. 717.
32 Βαρβούνης 1994, σελ. 3848.
33 Για το ρόλο της θρησκευτικής λατρείας στην παραδοσιακή διατροφή, βλ. Βαρβούνης 1994, σελ. 3846 και Τσούπη 2007 σελ. 65, Ματάλα 2008, σελ. 102-104 (Νηστεία και Ορθόδοξη εκκλησία) & σελ. 116-122 (Συμβολικός ρόλος της τροφής στο Χριστιανισμό).
34 Για την τεχνική του ψησίματος στο γάστρο, βλ. υποσημείωση 59, σελ. 32 της παρούσας εργασίας. Αναφορές για το ψήσιμο του κρέατος στο Ζαγόρι βλ. επίσης Τσούπη 2007, σελ. 89.
35 Βαρβούνης 1994, σελ. 3849.
36 Βαρβούνης 1994, σελ. 3848.
37 Τσούπη 2007, σελ. 112.
38 Για το έθιμο της βασιλόπιτας στη χριστιανική λατρεία βλ. Ματάλα 2008, σελ. 119.
39 Τσούπη 2007, σελ. 111.
40 Βλ. Ημερολόγιο Πολιτιστικού Συλλόγου Καπεσόβου, 2005.
41 Για το συμποσιασμό - συμβολισμοί και τελετουργία της κατανάλωσης κρασιού βλ. Παπαταξιάρχης 1992, σελ. 209-250 και για τα συμπόσια στα πλαίσια του Διονυσιασμού, βλ. Μήτα 2010, σελ. 51-68.
42 Για την αμπελοκαλλιέργεια στο Ζαγόρι βλ. σελ. 30 της παρούσης εργασίας.
43 Από τη συνέντευξη με το Γιώργο Πατσούρα.
44 Πολλές πληροφορίες για τα γλυκά που παρασκευάζονται στο Ζαγόρι μας έδωσε η επίσκεψη στο Καπέσοβο και την αγροτουριστική επιχείρηση της οικογένειας του Θουκιδίδη Παπαγεωργίου.
45 Ημερολόγιο 2007 από το Μορφωτικό Σύλλογο Κάτω Πεδινών.
46 Τα κόλιντα είναι ζυμαρένια γλυκίσματα που έδιναν στα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα. Τα σπάργανα του Χριστού είναι το τυπικό γλυκό της Παραμονής των Χριστουγέννων από ψημένα φύλλα με σιρόπι και καρύδια. Τις κολιντίνες τις προσφέρουν στα παιδιά το Σάββατο του Λαζάρου ενώ το Πάσχα προσφέρουν στις οικείες οικογένειες τις σταυροκουλούρες.
47 Λαμπρίδης, 1870, σελ. 170.
48 Καραθανάση 2016, Το φαγητό, η μουσική, το γλέντι. Πολιτισμικά συμφραζόμενα στο Ζαγόρι.
