Ναοί και μοναστήρια

Η μονή βρίσκεται στον εγκαταλελειμμένο και ερειπωμένο σήμερα οικισμό της παλαιάς Κλειδωνιάς. Από το μοναστηριακό συγκρότημα σώζονται το καθολικό και τμήματα των κελιών αλλά σε πολύ άσχημη κατάσταση. Το καθολικό είναι μικρών διαστάσεων μονόχωρο κτίσμα, που καλύπτεται από δύο αβαθή φουρνικά μεταξύ των οποίων μεσολαβεί σφενδόνιο. Η κόγχη στα ανατολικά ημικυκλική εσωτερικά, διαμορφώνεται πεντάπλευρη στο εξωτερικό. Η κεντρική είσοδος βρίσκεται στα δυτικά, όπου έχει προστεθεί στα μέσα του 20ου αιώνα νεώτερος νάρθηκας από ξερολιθιά. Ο ναός εσωτερικά είναι κατάγραφος. Οι τοιχογραφίες παρά την αιθάλη αποκαλύπτουν ένα ολοκληρωμένο εικονογραφικό πρόγραμμα. Η κτητορική επιγραφή στον δυτικό τοίχο αποκαλύπτει τα ονόματα των κτητόρων αλλά δυστυχώς στο σημείο της χρονολογίας φέρει εκτεταμένες φθορές. Μαρτυρείται η ύπαρξη εξωτερικής λίθινης εγχάρακτης επιγραφής με την χρονολογία 1662, η οποία όμως σήμερα δεν σώζεται. Ωστόσο η αναφορά στην κτητορική επιγραφή του μητροπολίτη Γερμανού, ο οποίος κατείχε τον μητροπολιτικό θρόνο Βελλάς μεταξύ των ετών 1723-1744, μας υποδεικνύει ότι η τοιχογράφηση του ναού ανάγεται την περίοδο αυτή. Την χρονολόγηση αυτή ενισχύει η αναγραφή του έτους 1741 στην απεικόνιση του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο με τα χαμηλά ανάγλυφα χρονολογείται πριν τα μέσα του 18ου αιώνα. Την εποχή αυτή χρονολογούνται επίσης οι δεσποτικές εικόνες του τέμπλου.

 

Εκτύπωση

Στο χώρο που βρισκόταν η μεγάλη άλλοτε μονή του Αγίου Νικολάου βρίσκεται το σύγχρονο νεκροταφείο του χωριού. Σύμφωνα με τον ιστορικό Λαμπρίδη το μοναστήρι ιδρύθηκε στα τέλη του 17ου αιώνα από μοναχούς της Αγίας Παρασκευής, μονή η οποία βρίσκεται έξω από τα όρια του οικισμού. Σήμερα από το μοναστηριακό συγκρότημα σώζονται το καθολικό και ερείπια των κελιών. Το καθολικό, μονόκλιτη βασιλική με νάρθηκα, είναι κατάγραφο. Στο δάπεδο του κυρίως ναού σώζεται επιγραφή, στην οποία αναγράφεται το έτος 1731. Η κτητορική επιγραφή επάνω από την βόρεια είσοδο είναι εντελώς κατεστραμμένη.

Εκτύπωση

 

Η μονή βρίσκεται μεταξύ των χωριών Τσεπέλοβο και Καπέσοβο. Η λέξη «Ρογκοβό» κατά τον Μ. Οικονόμου είναι σέρβικη λέξη και σημαίνει απότομος τόπος. Σύμφωνα με παραδόσεις η μονή ιδρύθηκε από την Πουλχερία, αδελφή του αυτοκράτορα Ρωμανού του Γ΄ του Αργυρού (1028-1034). Ωστόσο αυτό δεν τεκμηριώνεται με αρχαιολογικά ή ιστορικά δεδομένα. Το καθολικό, αφιερωμένο στο Γενέσιο του Ιωάννη του Προδρόμου, ανήκει στον τύπο του τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρίπλευρους πλάγιους τοίχους. Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος. Οι τοιχογραφίες στον κυρίως ναός είναι έργο των Καπεσοβιτών ζωγράφων Αναστασίου, Ιωάννη και Γεωργίου και χρονολογούνται στα 1765. Ο νάρθηκας τοιχογραφήθηκε αργότερα το 1844 από τους δολιανίτες ζωγράφους Αναγνώστη και Χριστόδουλο. Αξιόλογη είναι η δεσποτική εικόνα του Προδρόμου, έργο του ζωγράφου Ιωάννη. Ο χώρος περιβάλλεται από ψηλό περίβολο. Σήμερα εκτός του καθολικού σώζονται δύο κτηριακά συγκροτήματα με κελιά και βοηθητικούς χώρους.

Εκτύπωση

 

Η μονή Γενέσεως Θεοτόκου Δοβράς βρίσκεται 20 χλμ. από τα Γιάννενα. Η μονή σύμφωνα με τον κώδικα του μοναστηριού ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα από το μητροπολίτη Ιωάσαφ. Άλλη επιγραφική μαρτυρία βρίσκουμε σε σφραγίδα του μοναστηριού όπου αναγράφεται το έτος 1600. Η μονή καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς από τους Γερμανούς στις 15 Ιουλίου του 1943. Από την πυρκαγιά σώθηκε μόνο ένα τμήμα του ιερού Βήματος του καθολικού. Το καθολικό και τμήματα του μοναστηριού ξαναχτίστηκαν το 1955 από τον ηγούμενο, τελευταίο της μονής, Εφραίμ Πολιάνο τον Ξεφωντινό (προερχόμενο από τη μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους). Μετά το θάνατο του, το 1973, η μονή διαλύθηκε. Το νέο καθολικό ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο της βασιλικής με τρούλο και πλάγιους χορούς. Δείγματα του αρχικού διακόσμου διατηρούνται στην αψίδα του ιερού Βήματος. Οι νεώτερες τοιχογραφίες έγιναν την δεκαετία του 1950. Γύρω από το καθολικό βρίσκονται τα ανακαινισμένα παλιά κελιά και άλλοι βοηθητικοί χώροι, η διάταξη των οποίων υποδεικνύει τον αρχικό φρουριακό χαρακτήρα του μοναστηριακού συγκροτήματος.

Εκτύπωση

 

Μονή Κοίμησης Θεοτόκου Βισσοκού ή Βισσικού

Η μονή Κοίμησης Θεοτόκου βρίσκεται απέναντι από το χωριό Καλούτα ή Καλωτά. Ο φρουριακός χαρακτήρας του περιβόλου της μονής είναι και σήμερα ευδιάκριτος. Από το μοναστηριακό συγκρότημα σώζονται ορισμένα κελιά, βοηθητικοί χώροι και το καθολικό. Στην υπέρθυρη επιγραφή του ναού αναφέρεται ότι ο ναός χτίστηκε το 1787 και τοιχογραφήθηκε το 1818. Στην επιγραφή επίσης σημειώνεται ότι ο παλαιότερος ναός που υπήρχε στην ίδια θέση χτίστηκε το 1114 από τον «ηγεμόνα Μιχαήλ». Ο πλούσιος τοιχογραφικός διάκοσμος του κυρίως ναού και του εξωνάρθηκα είναι έργο των Καπεσοβιτών Αναστασίου Αναγνώστου του Οικονόμου και του Γεωργίου Τσεπελοβίτου. Στις τοιχογραφίες είναι εμφανής η εικονογραφική και τεχνοτροπική παράδοση των Καπεσοβιτών ζωγράφων. Ωστόσο η απόδοση των μορφών είναι σαφώς πιο σχηματοποιημένη και αφαιρετική σε σχέση με τα προηγούμενα έργα της ίδιας ομάδας ζωγράφων, στοιχείο το οποίο σχετίζεται με τις νέες αισθητικές προτιμήσεις των αρχών του 19ου αιώνα. Ενδιαφέρουσα είναι η κτητορική παράσταση στο νότιο τοίχο του κυρίως ναού, όπου απεικονίζονται ο δωρητής Χρήστος Κώνσταv και η κόρη του.

Η επίσκεψη της μονής από τη διαδρομή Ασπράγγελοι, Ελάτη, Δίκορφο, Μανασσή, Καλωτά είναι μία εξαιρετική διαδρομή στην Ανατολική πλευρά του Μιτσικελίου.

Εκτύπωση

Η μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Βουτσάς ή Βοτσάς βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Γρεβενίτι ( 1 ώρα με τα πόδια δυτικά του χωριού) και Δόλιανη και απέχει περίπου 45 χλμ. από τα Ιωάννινα. Σύμφωνα με την παράδοση το μοναστήρι ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο Δ΄ τον Πωγωνάτο. Ωστόσο ιστορικά η άποψη αυτή δεν τεκμηριώνεται. Η σωζόμενη κτιτορική επιγραφή υποδεικνύει ότι το καθολικό ανακαινίστηκε και ιστορήθηκε το 1680 από τον ηγούμενο Αθανάσιο και τους μοναχούς Νικόδημο και Αννανία. Οι ελάχιστες αρχειακές πληροφορίες για την μονή προέρχονται από ένα χειρόγραφο του 18ου αιώνα γνωστό ως «Χρονικό της Βοτσάς».

Η μονή παρέμεινε ανδρικό μοναστήρι ως το 1943, οπότε και καταστράφηκε από τους Γερμανούς. Σήμερα σώζονται με πολλές ανακατασκευές το καθολικό, τα συγκροτήματα κελιών στα δυτικά και ο περιμετρικός οχυρωματικός τοίχος.

Το καμαροσκέπαστο καθολικό εξωτερικά καλύπτεται με νεώτερη δίρριχτη στέγη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ποικίλα εικονογραφικά θέματα των τοιχογραφιών στο εσωτερικό του κατάγραφου καθολικού (σκηνές από τον βίο του Χριστού και της Θεοτόκου, Μαρτύρια αγίων, Οικουμενικές Σύνοδοι, Αίνοι, κ.α.). Εξωτερικά σώζεται εντοίχιος διάκοσμος στην ανατολική παρειά του δυτικού τοίχου. Εικονογραφικά και τεχνοτροπικά η τέχνη των τοιχογραφιών συνδέεται με τις τοιχογραφίες του γειτονικού ναού του Αγίου Δημητρίου στο Γρεβενίτι.

Στην ίδια περίοδο με τις τοιχογραφίες, δηλ. στην τελευταία εικοσαετία του 17ου αιώνα, χρονολογείται επίσης το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού.


Εκτύπωση

 

Η μονή Γενεσίου Θεοτόκου (μονή Θεοτόκου Μπάγιας) στους Κήπους.

Το καθολικό της μονής είναι μονόχωρος ξυλόστεγος ναός με υπερυψωμένο νάρθηκα και ανοιχτό πρόστωο στη δυτική πλευρά. Από τα μοναστηριακό συγκρότημα εκτός του καθολικού σώζονται ερείπια των κελιών. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή η ανέγερση του ναού έγινε το 1832και η τοιχογράφηση το 1841. Οι τοιχογραφίες είναι έργο των ζωγράφων Ιωάννη από το Καπέσοβο και Θεοδοσίου από τα Ιωάννινα. Ο Θεοδόσιος είναι γνωστός ζωγράφος στην πόλη των Ιωαννίνων στα μέσα του 19ου αιώνα και έχει ιστορήσει πλήθος τοιχογραφιών και φορητών έργων στην ευρύτερη περιοχή. Στον τοιχογραφικό διάκοσμο του ναού παρατηρούνται οι εικονογραφικές αρχές της μεταβυζαντινής τέχνης αλλά το ύφος ανταποκρίνεται στη νέα αισθητική πραγματικότητα που αρχίζει να διαμορφώνεται από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Εκτύπωση

 

Η μονή Αγίου Νικολάου που σύμφωνα με τον Ι. Λαμπρίδη χτίστηκε τον 16ο αιώνα, βρίσκεται κάτω από την πλατεία του χωριού. Η παλιότερη επιγραφική μαρτυρία για το μοναστήρι βρίσκεται στο σταυρό του τέμπλου, όπου αναφέρεται το έτος 1660. Πρόκειται για την ανέγερση του παλιότερου καθολικού, το οποίο καταστράφηκε το 1855 και αντικαταστάθηκε το 1862 με το σημερινό. Η ανέγερση του νέου καθολικού ήταν πρωτοβουλία δύο γυναικών μοναχών από τους Φραγκάδες, οι οποίες συγκέντρωσαν χρήματα από το Ζαγόρι και τους απόδημους στην Ρουμανία. Η μονή έως το 1910 λειτουργούσε ως ανδρικό μοναστήρι. Τα μοναστηριακό συγκρότημα έπαθε επάλληλες καταστροφές στις αρχές του 20ου αιώνα λόγω καθίζησης του εδάφους. Σήμερα διατηρείται μόνο το καθολικό το οποίοι είναι μονόκλιτη ξυλόστεγη βασιλική. Οι τοιχογραφίες στο μεγαλύτερο τμήμα τους έχουν καταστραφεί και σώζονται μόνο αποσπασματικά στο χώρο του ιερού Βήματος. Οι Δεσποτικές εικόνες του τέμπλου είναι του 1863.

Εκτύπωση

 

Η μονή βρίσκεται σε μία μικρή ράχη της δυτικής πλευρά του βουνού Κλέφτες, στην περιοχή που βρισκόταν το κατεστραμμένο σήμερα «Παλιοχώρι». Η πρόσβαση είναι δύσκολη καθώς χρειάζεται πεζοπορία 3 ωρών περίπου διαμέσου ενός δασικού δρόμου και με προσπέλαση του Ρασιωνίτη ποταμού. Η μονή σύμφωνα με Λαζαρίδη η πρώτη φάση της μονής ανάγεται στα τέλη του 18ου αιώνα, καθώς σώζονται εικόνες του 1795 και 1797. Άλλες γραπτές πηγές παραδίδουν ότι η σημερινή μονή χτίστηκε στα 1860. Σήμερα από τη μονή σώζεται μόνο το καθολικό και ερείπια κελιών προς τα δυτικά. Το καθολικό είναι τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, εσωτερικά θολοσκέπαστη. Στο υπέρθυρο της βορινής εισόδου αναγράφεται η χρονολογία 1878. Στο εσωτερικό του ναού σώζονται τοιχογραφίες στον ανατολικό, βόρειο και δυτικό τοίχο, έργο Χιονιαδιτών ζωγράφων στα τέλη του 19ου αιώνα.

Εκτύπωση

Ο ναός είναι τρίκλιτη βασιλική με ημικυκλική αψίδα που κοσμείται με τυφλές κόγχες. Χαγιάτι διατηρείται στη νότια πλευρά που στηρίζεται εναλλάξ σε πεσσούς και κιονίσκους. Ο ναός χτίστηκε στα 1778 σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή, επάνω από την κεντρική είσοδο. Οι τοιχογραφίες είναι έργο του Καπεσοβίτη ζωγράφου Αναστάσιου Αναγνώστη του Οικονόμου και χρονολογούνται στα 1812. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο, ο άμβωνας και ο δεσποτικός θρόνος είναι σύγχρονα με τον τοιχογραφικό διάκοσμο. Οι δεσποτικές εικόνες είναι έργο του Ιωάννη του Αθανασίου και χρονολογούνται στα 1780.

 

Εκτύπωση

 

Η μονή βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χωριό Μονοδένδρι, κτισμένη σε πλάτωμα το οποίο ανοίγεται επάνω από το φαράγγι του Βίκου.
Το καθολικό είναι ένας μονόχωρος ξυλόστεγος ναός μικρών διαστάσεων. Σύμφωνα με την κτιτορική επιγραφή επάνω από την θύρα εισόδου στο δυτικό τοίχο, ο ναός χτίστηκε και ιστορήθηκε στα 1414. Νεώτερη κατασκευή θεωρείται ο νότιος τοίχος του καθολικού, ο οποίος ανακατασκευάστηκε κατά τον 17ο αιώνα. Κτήτορας της μονής ήταν ο βοεβόδας Μιχαήλ Θεριανός. Στην επιγραφή ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά στον δεσπότη (ηγεμόνα) των Ιωαννίνων Κάρολο Α΄ Τόκκο, ο οποίος διοικούσε την Ήπειρο με έδρα τα Ιωάννινα από το 1411-1429.

Οι τοιχογραφίες, οι οποίες είναι από τα λίγα σωζόμενα σύνολα του πρώιμου 15ου αιώνα στην Ήπειρο, καλύπτουν τον ανατολικό, βόρειο και δυτικό τοίχο του καθολικού.

Ανάμεσα στους ολόσωμους αγίους στο βόρειο τοίχο ξεχωρίζει η παράσταση του κτίτορα και της οικογένειάς του. Οι πλούσια κοσμημένες ενδυμασίες αποτελούν σημαντική μαρτυρία για τις ενδυματολογικές τάσεις των εύπορων αρχόντων στην Ήπειρο τον 15ο αιώνα.

Νεώτερες είναι οι τοιχογραφίες του νότιου τοίχου, οι οποίες χρονολογούνται στα 1689.

Από το μοναστηριακό συγκρότημα εκτός του καθολικού, σώζονται ο περίβολος, το ηγουμενείο, τα κελιά και βοηθητικοί χώροι (αποθήκες, χαγάτια, πηγάδι, αλώνια), τα οποία χρονολογούνται την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας αιώνα αλλά έχουν επισκευαστεί στους νεώτερους χρόνους.

Από τον χώρο του μοναστηριού ξεκινάει ένα μονοπάτι το οποίο οδηγεί στο λεγόμενο «Ασκηταριό» ή «σπιτάκια», μία μεγάλη σειρά φυσικών ανοιγμάτων στον βράχο όπου ασκήτευαν κατά διαστήματα οι μοναχοί ή κατέφευγαν σε περίπτωση κινδύνου.

 

 

Εκτύπωση