Ναοί και μοναστήρια

Η ανέγερση του ναού ανάγεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Η χαρακτηριστική παραδοσιακή αρχιτεκτονική συνηγορεί ως προς την χρονολόγηση αυτή. Ο ναός έχει υποστεί ανακατασκευές και προσθήκες κατά τον 20ο αιώνα. Ο αρχικός τοιχογραφικός διάκοσμος του ναού δεν σώζεται. Σήμερα τις εντοίχιες επιφάνειες αποσπασματικά καλύπτουν νεώτερες τοιχογραφίες, οι οποίες χρονολογούνται στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου .


Ο ναός βρίσκεται στις παρυφές του οικισμού. Είναι μονόχωρη ξυλόστεγη βασιλική μικρών διαστάσεων, χτισμένη με αργολιθοδομή. Νεώτερο παρεκκλήσι είναι προσαρτημένο στη βορινή πλευρά, το οποίο χρησιμοποιείται ως οστεοφυλάκειο. Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγαρφος. Η κτητορική επιγραφή, αναπτυγμένη καθ’ ύψος σε ορθογώνιο πλαίσιο αριστερά της θύρας εισόδου, μας πληροφορεί ότι οι τοιχογραφίες είναι έργο των Καπεσοβιτών ζωγράφων Αναστασίου, Ιωάννη και Γεωργίου και πραγματοποιήθηκαν 1763. Χορηγοί του ναού στην ίδια επιγραφή αναφέρονται οι Γεώργιος Ντάσιος και Γεώργιος Πασχάλης. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος αναπτύσσεται με ένα λιτό αλλά καλά οργανωμένο εικονογραφικό πρόγραμμα, στο οποίο διαφαίνεται η καλλιτεχνική αρτιότητα του ζωγράφου Αναστασίου και των γιών του.


Ο ναός είναι τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με νάρθηκα και ανοιχτή στοά στη βορινή πλευρά. Εσωτερικά ο ναός είναι διακοσμημένος με τοιχογραφίες των ζωγράφων Ιωάννη και Αναστασίου Αναγνώστη, σύμφωνα με τη κτητορική επιγραφή, η οποία βρίσκεται επάνω από τη βορινή θύρα του ναού. Ενδιαφέρουσα είναι η γλυπτή έξεργη διακόσμηση με θέματα ζωικά και φυτικά στο τέμπλο, στον άμβωνα, στα κιονόκρανα, στα πλαίσια των παραστάσεων. Οι τοιχογραφίες του ναού χρονολογούνται στα 1806, ενώ η ανοικοδόμηση τοποθετείται στα 1791, σύμφωνα με «μπουγιουρντί» του Αλή Πασά, το οποίο επιτρέπει την ανέγερση νέου ναού στη θέση ενός παλαιότερου. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του ναού, ο οποίος αποτελεί το τελευταίο έργο του Καπεσοβίτη ζωγράφου Ιωάννη, ακολουθεί τη συνήθη εικονογραφία των ζωγράφων από το Καπέσοβο. Έντονες είναι οι επιδράσεις του δυτικού μπαρόκ τόσο στην απόδοση λεπτομερειών στις εντοίχιες παραστάσεις όσο και στην γλυπτή διακόσμηση.


Η ανέγερση του ναού ξεκίνησε το 1799 και ολοκληρώθηκε στα 1819 σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή. Την ανοικοδόμηση χρηματοδότησαν οι κάτοικοι του οικισμού. Παραδίδεται ωστόσο ότι μετά την ολοκλήρωση των εργασιών μεταξύ των ενοριτών υπήρξε διαφωνία σχετικά με τον άγιο στον οποίο θα αφιερωνόταν ο ναός. Εγχάρακτη επιγραφή σε λίθινη πλάκα ενσωματωμένη στην εξωτερική θύρα στο χαγιάτι, αναφέρει τρεις ονομασίες αγίων. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος ακολουθεί το συνηθισμένο Αξιοσημείωτα είναι τα ασημένια δισκοπότηρα, προερχόμενα από την Κωνσταντινούπολη, δωρεά των αδελφών Εξάρχου.


Ο ναός του Αγίου Τρύφωνα είναι τρίκλιτη βασιλική με τετράκλινη στέγη, στο κέντρο της οποίας εφάπτεται μικρός τρούλος. Στη βόρεια πλευρά υπάρχει ανοικτή στοά και στην βορειοανατολική κωδωνοστάσιο με την χρονολογία 1871. Ενδιαφέρον έχει το ξυλόγλυπτο τέμπλο με την συνήθη για τον 19ο αιώνα διακόσμηση: άνθη και ελικοειδείς βλαστοί στα θωράκια και στο επιστύλιο πτηνά τα οποία φέρουν στο ράμφος όφεις, δικέφαλοι αετοί, άγγελοι και τα ευαγγελικά σύμβολα. Οι φορητές εικόνες του τέμπλου ανάγονται επίσης, στον 19ο αιώνα.


Ο Άγιος Νικόλαος είναι ο κεντρικός ενοριακός ναός του χωριού και βρίσκεται κοντά στην κεντρική πλατεία του οικισμού. Πρόκειται για επιβλητικό κτίσμα μεγάλων διαστάσεων και ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο της τρίκλιτης θολοσκέπαστης βασιλικής με τρούλο. Αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα της ηπειρώτικης αρχιτεκτονικής του 18ου αιώνα. Καλύπτεται όπως όλοι οι ναοί της περιοχής με σχιστόπλακες και διακόπτεται από την έξαρση του τρούλου. Την τυπολογία του ναού συμπληρώνουν ο μεταγενέστερος γυναικωνίτης, καθώς επίσης και το περίστωο σε όλο το μήκος της νότιας πλευράς του ναού. Εγχάρακτη επιγραφή στην ξύλινη πόρτα της σημερινής εισόδου μαρτυρεί το έτος 1708, ενώ σε εντοίχια πλάκα αναγράφεται ότι το έτος 1753 έγιναν εκτεταμένες ανακαινίσεις στο ναό. Σύμφωνα με την επιγραφή στο δυτικό φουρνικό του βόρειου κλίτους, η τοιχογράφηση ξεκίνησε το 1783. Η κτητορική επιγραφή επάνω από τη σημερινή θύρα εισόδου πληροφορεί ότι ο τοιχογραφικός διάκοσμος είναι έργο των ζωγράφων Ιωάννη, Αναστασίου και Γεώργιου από το Καπέσοβο και ολοκληρώθηκε το 1787. Ο ναός αποτελεί ένα εξαίρετο δείγμα τέχνης του 18ου αιώνα: οι Καπεσοβίτες ζωγράφοι αξιοποίησαν με τον καλύτερο τρόπο την πολύμορφη αρχιτεκτονική του ναού και ανέπτυξαν ένα πλούσιο εικονογραφικό πρόγραμμα με αφηγηματικά και δογματικά θέματα.
Η συντήρηση και ο καθαρισμός ολοκληρώθηκαν το 2000 και αποκαλύπτουν στους επισκέπτες-προσκυνητές ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό τοιχογραφημένο σύνολο, αντιπροσωπευτικό των αισθητικών προτιμήσεων του 18ου αιώνα.


Ο Άγιος Νικόλαος βρίσκεται στην βορειοδυτική πλευρά του χωριού στο δρόμο που οδηγεί στο Μονοδένδρι. Ο ναός είναι σταυρεπίστεγος και κτίστηκε το 1612, όπως σημειώνεται στην εγχάρακτη επιγραφή σε πλάκα εντοιχισμένη στα νότια της εγκάρσιας καμάρας. Οι τοιχογραφίες ολοκληρώθηκαν λίγα χρόνια μετά το έτος 1618/19, σύμφωνα με την κτιτορική επιγραφή στο υπέρθυρο της δυτικής εισόδου. Η ίδρυση και ιστόρηση του ναού πραγματοποιήθηκαν με συνδρομή και δαπάνη όλων των κατοίκων της Βίτσας και ίσως θα πρέπει να θεωρήσουμε μετόχους και τους κατοίκους του γειτονικού Μονοδενδρίου καθώς έως το 1763 τα δύο χωριά αποτελούσαν ενιαία κοινότητα. Ζωγράφος του κατάγραφου ναού είναι ο Μιχαήλ από το Λινοτόπι της Καστοριάς. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Λινοποπίτες ζωγράφοι, καθοριστικοί για την διαμόρφωση των αισθητικών τάσεων στην τέχνη του 17ου αιώνα, δραστηριοποιήθηκαν από το 1570 έως το 1656 σε μεγάλη γεωγραφική έκταση: στην Αιτωλία, στο Πήλιο, στην Ήπειρο κ.α. Από τους ποικίλους εικονογραφικούς κύκλους ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράσταση των Αίνων στο δυτικό τμήμα της κατά μήκος καμάρας.
Ο ναός ήταν ενοριακός μέχρι το 1885.


Ο ενοριακός ναός του Καπεσόβου είναι τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με τετράκλινη στέγη. Σύμφωνα με τη γραπτή κτιτορική επιγραφή, η οποία σώζεται επάνω από τη νότια θύρα ο ναός οικοδομήθηκε και ιστορήθηκε το 1793 με έξοδα του προεστού της πόλεως Ιωαννίνων και Ζαγορίου Ιωαννούτζου Αλεξίου Καραμεσίνη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το κείμενο είναι ορθογραφημένο και σε λόγιο ύφος. Σύμφωνα με την ίδια επιγραφή οι τοιχογραφίες και οι φορητές εικόνες στο τέμπλο και στα προσκυνητάρια είναι έργα των Καπεσοβιτών ζωγράφων Ιωάννη του Αθανασίου και του γιου του Αναστασίου Αναγνώστη. Οι τοιχογραφίες χωρίζονται σε τέσσερις ζώνες. Στη χαμηλότερη εικονίζονται ολόσωμοι άγιοι, στη δεύτερη άγιοι σε στηθάρια που περιβάλλονται από κληματίδες και στις δύο ανώτερες ευαγγελικές σκηνές. Το δυτικό τοίχο καταλαμβάνουν σκηνές από βίους των αγίων. Στο δυτικό άκρο του βορείου τοίχου εικονίζεται ο χορηγός Ιωαννούτζος του Αλεξίου, τον οποίο ευλογεί ο άγιος Νικόλαος, στηθαίος μέσα σε νεφέλη. Ο άγιος κρατεί στο αριστερό χέρι ειλητάριο με την επιγραφή ούτος ο περιφανής ανήρ εστι κτίτωρ του θείου αυτού ναού. Το τέμπλο, ο άμβωνας, ο επισκοπικός θρόνος, είναι ξυλόγλυπτα. Φέρουν επίχρυσες λεπτομέρειες και διακοσμούνται με ζωικά και φυτικά θέματα σε διάτρητη τεχνική. Στις δεσποτικές εικόνες μαρτυρείται η χρονολογία 1789, στοιχείο που υποδεικνύει ότι αυτό το έτος ξεκίνησε η ανέγερση του ναού.


Ο μικρός μονόχωρος ναός βρίσκεται αριστερά του δρόμου που ενώνει το Καλπάκι με τον Ελαφότοπο. Δεν υπάρχει γραπτή μαρτυρία για το έτος κτήσης του ναού, ωστόσο από τον Ι. Λαμπρίδη αναφέρεται η χρονολογία 1623/4 για την ανέγερση του. Ο ναός ήταν αρχικά καμαροσκεπής αλλά σήμερα καλύπτεται με ξυλόστεγη οροφή. Ο νάρθηκας στα δυτικά είναι μεταγενέστερη προσθήκη. Το μεγαλύτερο τμήμα των τοιχογραφιών έχει καταστραφεί και σώζονται τμήματα του ζωγραφικού διακόσμου στον ανατολικό και βόρειο τοίχο. Ο διάκοσμος του ναού χρονολογείται στα τέλη του 16ου αιώνα.


Ο ναός χτίστηκε στα 1770 σύμφωνα με την εγχάρακτη χρονολογία σε δύο φορητές εικόνες οι οποίες απεικονίζουν την Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα και τον Χριστό αντίστοιχα. Το τέμπλο κατασκευάστηκε στα 1809, σύμφωνα με επιγραφή. Ο ναός γκρεμίστηκε στα 1857 και στη θέση του κατασκευάστηκε ο νεότερος ναός κατά το 1857.
Ο ναός είναι τρίκλιτη βασιλική με τοξωτή ανοικτή στοά στη νότια και δυτική πλευρά. Η πλίνθινη επιγραφή στον ανατολικό τοίχο μας πληροφορεί ότι ο ναός χρονολογείται στο έτος 1857. Το διάτρητο ξυλόγλυπτο τέμπλο με μοτίβα ζωικά, φυτικά και ανθρωπόμορφα ανάγεται στην ίδια περίοδο, ενώ οι δεσποτικές εικόνες χρονολογούνται το 1861. Ωστόσο στο ναό υπάρχουν και φορητές εικόνες των αρχών του 19ου αιώνα.


Ο ναός του Αγίου Μηνά βρίσκεται νότια της πλατείας του χωριού και είναι μονόχωρο καμαροσκέπαστο σταυρεπίστεγο κτήριο. Στο αρχικό οικοδόμημα προστέθηκε νάρθηκας ορθογώνιας κάτοψης καλυμμένο με φουρνικό. Ο ναός σύμφωνα με ορισμένους μελετητές υπήρξε μονή. Δύο γραπτές επιγραφές καθορίζουν την χρονολόγηση των διαδοχικών ζωγραφικών φάσεων του ναού τον 17ο και τον 18ο αιώνα. Η επιγραφή που αναφέρεται στην παλαιότερη φάση του κυρίως ναού βρίσκεται στο βόρειο υπέρθυρο. Σύμφωνα με αυτή την επιγραφική μαρτυρία ο ναός τοιχογραφήθηκε στα 1619/20 από τους Λινοτοπίτες ζωγράφους Μιχαήλ και τον γιο του Κωνσταντίνο. Ο Μιχαήλ τοιχογράφησε επίσης τον Άγιο Νικόλαο στη Βίτσα. Οι τοιχογραφίες των δύο Λινοτοπιτών ζωγράφων είναι διαφωτιστικές για τον τρόπο που αφομοιώνονται οι αισθητικές αρχές και τα εκφραστικά μέσα της τέχνης του 16ου αιώνα στην Ήπειρο από ζωγράφους διαφορετικής καλλιτεχνικής και κοινωνικής συγκρότησης. Οι τοιχογραφίες του νάρθηκα χρονολογούνται στα 1734 και έγιναν από τους Γιαννιώτες ζωγράφους Αναστάσιο και Αλέξιο.

