Ναοί και μοναστήρια

Ο Άγιος Γεώργιος Νεγάδων είναι τρίκλιτη, μεγάλων διαστάσεων, ξυλόστεγη βασιλική με νάρθηκα χτισμένη στην κεντρική πλατεία του χωριού. Ο Άγιος Γεώργιος Νεγάδων ακολουθεί την τυπική αρχιτεκτονική της βασιλικής τον 18οαιώνα, με την διαμόρφωση υπερώου επάνω από τον νάρθηκα, χώρος ο οποίος προοριζόταν για γυναικωνίτης, και προσθήκη περιστώου. Το επιβλητικό καμπαναριό, εξαγωνικής κάτοψης, με τοξωτά ανοίγματα στο ανώτερο τμήμα του, βρίσκεται στα βορειοανατολικά σε μικρή απόσταση από το ναό. Ο ναός είναι τρισυπόστατος, καθώς το βόρειο κλίτος αφιερώθηκε στην Αγία Τριάδα και το νότιο κλίτος της εκκλησίας στον άγιο Δημήτριο σε ανάμνηση παλαιότερων ναών στην περιοχή των Νεγάδων. Σε αυτό συνηγορεί η διαρρύθμιση του ανατολικού τοίχου του ιερού Βήματος, όπου εκτός από την κεντρική αψίδα διαμορφώνονται στη θέση της Πρόθεσης και του Διακονικού δύο ξεχωριστές τράπεζες. Ο ναός χτίστηκε στη θέση παλαιότερου ναού ο οποίος χρονολογείται στα τέλη του 17ουαιώνα. Η τοιχογράφηση του ναού ολοκληρώθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1795, σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή, η οποία βρίσκεται εσωτερικά επάνω από την βορινή θύρα εισόδου. Κτήτορας του ναούς μαρτυρείται ο διαπρεπής έμπορος Ματθαίος Γκίνου, ο οποίος κατοικούσε στις παραδουνάβιες περιοχές. Σύμφωνα με την ίδια επιγραφή οι τοιχογραφίες του ναού και οι φορητές εικόνες είναι έργα των Καπεσοβιτών ζωγράφων Ιωάννη και του γιου του Αναστασίου Αναγνώστη. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου Νεγάδων είναι κατάγραφος. Όλες οι εσωτερικές επιφάνειες του κτηρίου είναι κοσμημένες με παραστάσεις οι οποίες διατάσσονται σε ζώνες και ορίζονται από κόκκινες ταινίες. Αξίζει να σημειωθεί η απεικόνιση των επτά Οικουμενικών Συνόδων στο βόρειο τοίχο, καθώς σπάνια ιστορείται ολοκληρωμένος αυτός ο εικονογραφικός κύκλος. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του Αγίου Γεωργίου Νεγάδων είναι έργο της ώριμης φάσης των ζωγράφων Ιωάννη και Αναστασίου και αποτυπώνει τις αισθητικές προτιμήσεις των «ταξιδεμένων» ηπειρωτών εμπόρων οι οποίοι είχαν έρθει σε επαφή με το ανανεωτικό πνευματικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον της Δύσης.


Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται ο ναός του Αγίου Βλασίου, ο οποίος είναι ο πολιούχος του χωριού. Ο τρισυπόστατος ναός είναι αφιερωμένος εκτός του ομώνυμου αγίου, στον άγιο Δημήτριο και στην αγία Τριάδα.
Στα 1852 ο σημερινός ναός χρονολογείται πήρε την θέση ενός παλαιότερου, για τον οποίο δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικές με την χρονολόγησή του. Οι τοιχογραφίες ολοκληρώθηκαν το 1878 και είναι έργο του Χρήστου Εξαρχόπουλου.


Πρόκειται για τον ενοριακό ναό του χωριού. Ο ναός είναι τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα και μικρό τρούλο επάνω από το κεντρικό κλίτος. Στη νότια πλευρά διατηρείται κλειστή στοά και ανοικτή στη βόρεια. Στην αψίδα διακρίνονται οι χρονολογίες 1704 και 1791. Τα κιονόκρανα στις τοξοστοιχίες του κυρίως ναού φέρουν γύψινα διακοσμητικά μοτίβα φυτών και δικέφαλων αετών. Αξιοσημείωτο είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο με πλούσιο φυτικό και ζωικό διάκοσμο, χαρακτηριστικό του 18ου αιώνα.


Ο ναός, τρίκλιτη βασιλική με θόλους, βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του οικισμού με πανοραμική θέα. Αρχικά αποτελούσε το καθολικό ενός μοναστηριού, ενώ αργότερα έγινε ο ενοριακός ναός του οικισμού. Η ανοικοδόμηση του ναού έγινε στα 1750 σύμφωνα με λιθανάγλυφα επάνω από την κύρια είσοδο. Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό, σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή, είναι έργο του Αναστάσιου αναγνώστη Τσεπελοβίτη και χρονολογούνται στα 1816. Μολονότι βρισκόμαστε στις αρχές του 19ου αιώνα στην Αγία Τριάδα η τέχνη των τοιχογραφιών είναι βασισμένη στην παράδοση της μεταβυζαντινής ζωγραφικής. Έτσι ο ζωγράφος αναπτύσσει το εικονογραφικό πρόγραμμα ακολουθώντας τις εικονογραφικές προτιμήσεις των Καπεσοβιτών ζωγράφων του προηγούμενου αιώνα.
Σύμφωνα με τοπικές μαρτυρίες το χωριό Καβαλλάρι βρισκόταν στην άλλη όχθη του ποταμού Ζαγορίτη αλλά η περιοχή αντιμετώπιζε προβλήματα λειψυδρίας. Οι κτηνοτρόφοι συχνά έβρισκαν τα ζώα τους στη σημερινή θέση του ναού, όπου υπήρχε άφθονο νερό. Στο ίδιο σημείο έβλεπαν επίσης μία φορητή εικόνα της αγίας Τριάδας.


Η ιερή Μονή του Προφήτη Ηλία βρίσκεται βόρεια της Βίτσας και νοτιοδυτικά του Μονοδεντρίου σε μια εξαιρετική τοποθεσία σε υψόμετρο 1117 μέτρα. Αποτελείται από συγκρότημα κτιρίων, πολλά εκ των οποίων έχουν καταστραφεί. Η χρονολογία ίδρυσης του μοναστηριού δεν είναι γνωστή. Το σημερινό καθολικό, βασιλική μονόκλιτη με τρούλο, χτίστηκε το έτος 1632 στη θέση μοναστηριακού συγκροτήματος του 15ου αιώνα. Αυτό το αρχικό μοναστήρι είχε ιδρυθεί από τον Βοεβόδα Μιχαήλ Θεριανό και την οικογένειά του, οι οποίοι μετοίκησαν στην Βίτσα από τη Βαστανιά (κατεστραμμένο σήμερα χωριό στη θέση Τσερβάρι –Ελαφότοπος). Ο Θεριανός είναι επίσης ο κτήτορας της μονής Αγίας Παρασκευής στο Μονοδένδρι.
Ο ναός εσωτερικά είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στον 17ο αιώνα (μετά το 1632). Σώζονται δύο επιγραφικές μαρτυρίες εξωτερικά του καθολικού: στο νότιο τοίχο του κυρίως ναού ανάγλυφη επιγραφή παραδίδει την χρονολογία 1668 και στο νότιο τοίχο του Ιερού εγχάρακτη επιγραφή αναφέρει το έτος 1673.
Το 1792 ανακαινίστηκε το καθολικό της Μονής, με πρωτοβουλία του ηγουμένου Σεραφείμ. Η τελευταία φάση ανακατασκευής του ναού χρονολογείται στα 1832. Σήμερα από το μοναστηριακό συγκρότημα σώζεται η τραπεζαρία, τα μαγειρεία, μέρος των κελιών, και η στέρνα.


Στο Κάτω μαχαλά της Βίτσας ή στην συνοικία «Παναγία μαχαλά» βρίσκεται ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου. Ο ναός σύμφωνα με τις πηγές ήταν αρχικά μοναστήρι και κατά τον 16ο αιώνα μετατράπηκε σε ενοριακό ναό. Ο ναός ανακαινίσθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα. Στην φάση αυτή ανήκει και το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού. Ο ναός εσωτερικά είναι κατάγραφος αλλά οι τοιχογραφίες είναι δυσδιάκριτες λόγω της αιθάλης. Η χρονολόγησή τους τοποθετείται στα μέσα του 18ου αιώνα. Ο νάρθηκας σύμφωνα με επιγραφή χρονολογείται στα 1855 και ανάγεται στην τελευταία ανακαίνιση του ναού.

Η Μονή Μακρινού βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του ομώνυμου χωριού και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Το καθολικό της μονής ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με υπερυψωμένο νάρθηκα. Το κτίσμα καλύπτεται με ενιαία ξυλοστέγη με πλάκες. Το εσωτερικό του ναού είναι κατάγραφο. Σύγχρονα με την τοιχογράφηση του ναού είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο, ο άμβωνας και οι δεσποτικές εικόνες έργο του Καπεσοβίτη Ιωάννη. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του ναού, όπως μαρτυρεί η κτητορική επιγραφή, χρονολογείται στα 1792 και είναι έργο των ζωγράφων Ιωάννη και Αναστασίου Αναγνώστη από το Καπέσοβο. Οι τοιχογραφίες αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της καλλιτεχνικής παραγωγής των Καπεσοβιτών ζωγράφων, καθώς στο πλούσιο εικονογραφικό πρόγραμμα αποτυπώνονται οι εικονογραφικές τους προτιμήσεις και το ύφος της τέχνης τους. Οι ίδιοι ζωγράφοι το 1795 θα διευρύνουν τις εικονογραφικές τους επιλογές και θα εξελίξουν το ύφος της ζωγραφικής τους τέχνης στον επιβλητικό ναό του Αγίου Γεωργίου Νεγάδων.
Η μονή σήμερα είναι μετόχι της μονής Βουτσάς.


Το καθολικό της μονής βρίσκεται στη θέση Καστράκι, δεξιά του δρόμου ο οποίος οδηγεί από τον Άγιο Μηνά στην Κλειδωνιά. Η ονομασία «Καστράκι» πιθανόν προέρχεται από τα ερείπια βυζαντινού οχυρωμένου οικισμού, λίγο ψηλότερα από τη μονή Ευαγγελίστριας. Σύμφωνα με τις σωζόμενες επιγραφές το έτος ανέγερσης και ιστόρησης του ναού είναι το 1575/76. Ο ναός είναι σταυρεπίστεγος μικρών διαστάσεων. Ο διάκοσμος σώζεται σχεδόν ακέραιος εκτός κάποιων τμημάτων στο ιερό Βήμα. Αξίζει να επισημανθεί η κτιτορική παράσταση, στην οποία ο κτίτορας φέρει ενδύματα δυτικής προέλευσης, στοιχείο που υποδηλώνει τις εμπορικές σχέσεις της περιοχής με την Δύση.
Η απεικόνιση του δωρητή στη μονή Ευαγγελίστριας είναι η μοναδική κτιτορική τοιχογραφία στην περιοχή του Ζαγορίου που χρονολογείται κατά τον 16ο αιώνα.


Στην είσοδο του χωριού Άνω Σουδενά (Άνω Πεδινά) βρίσκεται η μονή, η οποία είναι αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Σύμφωνα με την σωζόμενη κτιτορική επιγραφή στον κυρίως ναό, η ανέγερση του καθολικού ολοκληρώθηκε το 1793, ενώ η τοιχογράφηση το 1809. Το καθολικό της μονής είναι τρίκλιτη βασιλική με τρούλο. Δωρητές της μονής είναι ο πρόκριτος Χριστόπουλος Μαρίνος ή Μαρίνογλου και η σύζυγος του Αικατερίνη από το Καπέσοβο. Ο ναός είναι κατάγραφος με θέματα Χριστολογικά, Θεομητορικά, από τους βίους των αγίων, από τις Οικουμενικές Συνόδους κ.α. Στη ζωγραφική του μνημείου διακρίνονται εικονογραφικές επιδράσεις από την τέχνη των Καπεσοβιτών ζωγράφων. Ενώ τεχνοτροπικά το ύφος υποδεικνύει σταδιακή απομάκρυνση από τις αρχές της μεταβυζαντινής ζωγραφικής με έκδηλα τα στοιχεία της λαϊκής νεώτερης τέχνης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη μονή μόνασε ο λόγιος και κληρικός Νεόφυτος Δούκας.


Η μονή βρίσκεται σε απόσταση πέντε λεπτών από το Ηλιοχώρι. Το καθολικό είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Ωστόσο έχει επικρατήσει η παράδοση να εορτάζει το Γενέσιο της Θεοτόκου στις 8 Σεπτέμβρη για να μην συμπίπτει με τα πανηγύρια των γειτονικών μοναστηριών (Μακρίνου, Βισσοκού κλπ.). Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πηγές η πρώτη ανέγερση της μονής, η οποία ήταν γυναικείο μοναστήρι, ανάγεται τον 14ο αιώνα. Τα παλαιότερα οικοδομήματα, πιθανώς του 17ου αιώνα, καταστράφηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα. Η σημερινή οικοδομική φάση έγινε με ενέργειες του ηγούμενου Κυπριανού την εποχή του Αλή Πασά. Σύμφωνα με τον Λαμπρίδη ο Κυπριανός είχε φιλικές σχέσεις με τον Αλή Πασά, ο οποίος συνέβαλε στην ανακαίνιση του παλαιότερου κατεστραμμένου μοναστηριού. Αξιόλογα είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο και ο δεσποτικός θρόνος, τα οποία χρονολογούνται τον 18ο αιώνα.


